Μανώλης Δαφερμάκης[1]

      

Η ''ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ'' ΤΗΣ ΤΣΙΓΓΑΝΟΛΟΓΙΑΣ

( το θεωρητικό και πρακτικό αδιέξοδο του εθνοτισμού)

 

Η  ''ανακάλυψη'' των Τσιγγάνων από τους τσιγγανολόγους

Το τελευταίο διάστημα παρουσιάζεται αυξημένο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τα προβλήματα των  Τσιγγάνων στην ελληνική κοινωνία. Δημιουργούνται για αυτούς σήριαλ και ντοκιμαντέρ, ιδρύονται  ινστιτούτα, οργανώνονται συνέδρια,   εκδίδονται περιοδικά και βιβλία.

Η αύξηση του ενδιαφέροντος για τους Τσιγγάνους συνοδεύτηκε από την εξάπλωση του  εθνοτισμού. Οι εκπρόσωποι αυτής της τάσης τοποθετούν σε πρώτο πλάνο την κουλτούρα των Τσιγγάνων, παρουσιάζοντάς την ως ενιαία αδιαφοροποίητη, αυτάρκη οντότητα, η οποία διατηρείται διαχρονικά αναλλοίωτη και ανεξάρτητη από ''ξένες'' πολιτισμικές επιρροές.[2] Στη βάση της αντίληψής τους για την κουλτούρα των Τσιγγάνων κατασκευάζουν την τσιγγάνικη ταυτότητα, η οποία, σύμφωνα με τους τσιγγανολόγους, θα πρέπει να διατηρηθεί ''πάση θυσία''  στην ''αυθεντική'' της μορφή.

Οι ''ειδήμονες'' δεν μελετούν τόσο τους Τσιγγάνους ως ανθρώπους, που ζουν σε συγκεκριμένες κοινωνικές και  ιστορικές συνθήκες,  όσο την τσιγγανότητα, την ικανότητα των Τσιγγάνων να ενσαρκώνουν την κατασκευασμένη από τους τσιγγανολόγους τσιγγάνικη ταυτότητα. Στην περίπτωση που οι Τσιγγάνοι αποκλίνουν από το ιδεατό πρότυπο  των  τσιγγανολόγων, τότε δεν είναι ''αυθεντικοί'', ''πραγματικοί''   Τσιγγάνοι. Οι αποκλίνοντες από την κατασκευασμένη τσιγγάνικη ταυτότητα, παρουσιάζονται ως ''μη γνήσιοι'', ''αλλοτριωμένοι'', ''αλλοιωμένοι'', ''αφομοιωμένοι'' , κλπ.

Μόνο οι ''ειδήμονες'', είναι σε θέση να αποφασίσουν ποιος είναι Τσιγγάνος και ποιος όχι, διότι μόνο εκείνοι είναι γνώστες της πεμπτουσίας της ''τσιγγάνικης κουλτούρας''. Δεν είναι οι Τσιγγάνοι που επιλέγουν (ή δεν επιλέγουν) την πολιτισμική ταυτότητά τους, αλλά μια ιδιόμορφη ελίτ φωτισμένων τσιγγανολόγων, η οποία τους τοποθετεί στην προκρούστια κλίνη  μιας  κατασκευασμένης φαντασιακής  εικόνας για την τσιγγάνικη κουλτούρα, αποφασίζοντας γι αυτούς  χωρίς αυτούς.

Οι ''ειδήμονες'' εξετάζουν τον τσιγγάνικο πολιτισμό ως άχρονο, μη ιστορικό μόρφωμα που διατηρείται αναλλοίωτο στο πέρασμα  των αιώνων. Αρνούνται πεισματικά να μελετήσουν τις ποικιλίες, την πολυμορφία και την ανομοιογένειά του, διότι θα ήταν αναγκασμένοι να παραδεχτούν τα σημεία επαφής και αλληλεπίδρασης με άλλους πολιτισμούς. Ακόμα και όταν είναι αναγκασμένοι να αποδεχτούν κάποιες πολιτισμικές επιρροές, τις παρουσιάζουν ως καθαρά αρνητικό φαινόμενο, ως ''απειλή'' για τη διατήρηση της καθαρότητας της ''φυλής'' ή του πολιτισμού των Τσιγγάνων. 

Η κατασκευασμένη  εικόνα ενός αδιαφοροποίητου, ομοιογενή τσιγγάνικου πολιτισμού, ο οποίος πρέπει να διατηρηθεί αναλλοίωτος, αποτελεί  ιδεολογικό άλλοθι  για την απραξία και την αδιαφορία του κράτους απέναντι στους Τσιγγάνους, της μη παρέμβασης του κρατικού μηχανισμού, όταν οι  Τσιγγάνοι αντιμετωπίζονται ως πολίτες ''δευτέρας κατηγορίας'' και γίνονται θύματα του κοινωνικού αποκλεισμού.[3] Οι τσιγγανολόγοι αναλαμβάνουν το ρόλο του ''προστάτη των Τσιγγάνων'', του διαμεσολαβητή στις σχέσεις κράτους και Τσιγγάνων, διότι είναι οι μόνοι που κατέχουν την πεμπτουσία του τσιγγάνικου πολιτισμού και είναι σε θέση  να παίξουν ρυθμιστικό ρόλο στις σχέσεις τους με τον κρατικό μηχανισμό.

Στην ουσία παίζουν το ρόλο του ''διπλού πράκτορα'': αφενός μεν, παρουσιάζονται ως ''προστάτες'' των Τσιγγάνων και ''αυθεντικοί'' φορείς του ''τσιγγάνικου λόγου'', αφετέρου δε, οι ίδιοι αναλαμβάνουν το ρόλο του ''προστάτη''  της κοινωνίας από την εισβολή των κλεφτών, απατεώνων Τσιγγάνων  διαμέσου της προώθησης και παγίωσης μηχανισμών περιθωριοποίησης των Τσιγγάνων και της αποπομπή τους από τους δημόσιους χώρους κοινωνικής συνεύρεσης (πολεοδομικά συγκροτήματα των πόλεων, σχολεία, κλπ).

Οι ''ειδήμονες''  απορρίπτουν  οποιαδήποτε προσπάθεια ένταξης - ενσωμάτωσης των Τσιγγάνων στην κοινωνία, θεωρώντας ότι μια τέτοια επιδίωξη οδηγεί αναπόφευκτα στην αλλοτρίωσή τους. Η θέση των Τσιγγάνων, σύμφωνα με τους τσιγγανολόγους,  είναι στην προστατευτική γυάλα κάποιου εργαστηρίου παραγωγής πολιτισμικών προϊόντων (ή υποπροϊόντων) ή στο κλουβί ενός ζωολογικού  κήπου, στο οποίο θα επιβιώνουν ως οι τελευταίοι εκπρόσωποι κάποιας πρωτόγονης ''φυλής'' που βρίσκεται υπό εξαφάνιση.

Στην πραγματικότητα οι ''συνταγές'' των τσιγγανολόγων καταδικάζουν τους Τσιγγάνους στη περιθωριοποίηση: να συνεχίζουν να ζουν σε  άθλιες, απάνθρωπες συνθήκες σε καταυλισμούς - γκέτο, δίχως ύδρευση, αποχέτευση και ηλεκτρικό ρεύμα.  Το καλύτερο που μπορούν να επιτύχουν είναι ο εξωραϊσμός των καταυλισμών, η μετατροπή τους σε ''γκέτα πολυτελείας'' και η εξασφάλιση  της περιθωριοποίησης  των Τσιγγάνων, προκειμένου να διατηρήσουν την ''αυθεντικότητα'' της  κουλτούρας τους. 

Οι Τσιγγάνοι πρέπει να ''θυσιαστούν'' (να περιχαρακωθούν και να περιθωριοποιηθούν) για τη διατήρηση της ''καθαρότητας'' της ''φυλής''. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των προγραμματικών θέσεων του περιοδικού ''Τσιγγάνικος λόγος'', επικεφαλής του οποίου είναι ο σχολικός σύμβουλος Γ. Ματούλας. Ο κατασκευασμένος απ' αυτούς ''τσιγγάνικος λόγος''  δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια συστηματοποίησης και επιστημονικοφανούς αναδιατύπωσης  των κοινοτοπιών και των στερεοτύπων της κοινής γνώμης, του ''κοινού νου''.

Οι κατασκευασμένες από τους τσιγγανολόγους

 ''ιδιαιτερότητες'' των Τσιγγάνων

Οι Τσιγγανολόγοι ξεκινούν από την παραδοχή ότι οι Τσιγγάνοι αποτελούν ξεχωριστή ''φυλή'', ''ράτσα''[4], δίχως  να αισθάνονται την ανάγκη να τεκμηριώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την αρχική υπόθεσή τους. Στη βάση αυτής της αρχικής παραδοχής,  εξάγουν  τα συμπεράσματά τους περί  ''τσιγγάνικης φύσης''.[5]  Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται  ένα ιδιότυπο κυκλικό σχήμα: το τελικό συμπέρασμα παρουσιάζεται ως η προς απόδειξη υπόθεση.

Γενικότερα, δημιουργεί αμφιβολίες η ίδια η προσπάθεια προσδιορισμού των δομικών χαρακτηριστικών της ''τσιγγάνικης φύσης'' στη βάση κάποιων  ''ειδικών'' γενετικών κληρονομικών χαρακτηριστικών ή μιας ιδιάζουσας ''τσιγγάνικης'' ψυχοσύνθεσης.  Η αποδοχή αυτής της προσέγγισης οδηγεί στην αντικατάσταση της έρευνας του κοινωνικού χαρακτήρα της αλληλεπίδρασης Τσιγγάνων - μη Τσιγγάνων και  της μελέτης της θέσης των Τσιγγάνων στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας από μια μεταφυσική κατασκευή κάποιας αιώνιας, άχρονης, αμετάβλητης τσιγγάνικης ταυτότητας, που απορρέει από τα γονίδια ή το ''συλλογικό ασυνείδητό'' τους.

Ποια είναι, όμως, αυτά τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της ''φυλής'' των Τσιγγάνων, όπως περιέχονται στην εισήγηση του Γ. Ματούλα στο Α' Παναττικό συνέδριο: ''τους διακρίνει η λαιμαργία και η σπατάλη, δεν έχουν πνεύμα επενδυτικό και αποταμίευσης''. ''Ο έντονος ερωτισμός τους εκδηλώνεται με τη μεγάλη ζηλοτυπία. Αρέσκονται στη χρήση έστω και ψευδών κοσμημάτων και καλλωπίζονται χονδροειδώς…''[6]

''Η γυναίκα στους τσιγγάνους θεωρείται τμήμα του άντρα (sic),  ενώ στην πραγματικότητα η τσιγγάνα  ασκεί μεγάλη επιρροή και γοητεία στον σύζυγο της, ιδιαίτερα οι νέες και ωραίες σύζυγοι είναι παντοδύναμες, γιατί οι τσιγγάνοι  είναι θερμοί στις ερωτικές τους σχέσεις (sic), επειδή θεωρούν τον έρωτα  ως μόνη πραγματική ηδονή της ζωής τους. Είναι  επίσης αρκετά ζηλότυποι, παρόλα αυτά όμως αφήνουν αρκετή ελευθερία στις γυναίκες τους, οι οποίες δε διακρίνονται για την αυστηρή ηθική και  συζυγική πίστη.''[7]

Ας προσπαθήσουμε να ταξινομήσουμε  τα χαρακτηριστικά της τσιγγάνικης ''φυλής'', όπως αυτά περιγράφονται από τους τσιγγανολόγους:

1) Οι Τσιγγάνοι είναι καταναλωτικοί τύποι, τους αρέσει να σπαταλούν άχρηστα τα χρήματά τους και είναι ανίκανοι να συσσωρεύουν και να επενδύουν.

2) Βασικός σκοπός της ζωής των Τσιγγάνων είναι η απόλαυση της πραγματικής ηδονής. Κατά συνέπεια, οι Τσιγγάνοι βιώνουν  το παρόν σε  όλη την αισθησιακή αμεσότητά του και αδιαφορούν για το μέλλον (αυτό απορρέει από την ''αντιεπενδυτική'' τους τάση).

3) Οι Τσιγγάνοι διακρίνονται  για τον έντονο ερωτισμό τους (η εικόνα του Τσιγγάνου επιβήτορα). Ταυτόχρονα, όμως, είναι ζηλότυποι και αυταρχικοί. Οι Τσιγγάνες διακρίνονται για τον έντονο ερωτισμό τους και είναι άπιστες και ανήθικες (γυναίκες ''ελαφρών ηθών'').

Στις σελίδες του ''Τσιγγάνικου λόγου'' αναπαράγονται και συστηματοποιούνται αρκετά διαδεδομένες απόψεις και παραστάσεις για τους Τσιγγάνους.  Ο ''κοινός νους'' επιζητά τρόπους ταξινόμησης και αξιολόγησης της ''ξένης ομάδας'' με βάση τα  δικά του κανονιστικά σχήματα και πρότυπα. Η εχθρική αντιμετώπιση των ''άλλων''  εκφράζεται με την παρουσίαση της συμπεριφορά τους ως παραβατικής,  σε σχέση με τους κανόνες που θεωρείται ότι λειτουργούν  ενοποιητικά για τα μέλη της ''οικείας ομάδας''. Έτσι, οι Τσιγγάνοι  παρουσιάζονται ως παραβάτες των ''ελληνοχριστιανικών ηθών''  της ''οικείας ομάδας'' και η συμπεριφορά τους, η οποία δήθεν χαρακτηρίζεται από τον εκτραχηλισμό των ''ζωωδών ενστίκτων'' και την ''ελεύθερη'' ικανοποίηση των βιολογικών ορμών, εκλαμβάνεται ως απειλή για τη διατήρηση της ''ηθικής τάξης'' και της ''κοινωνικής ισορροπίας'' .

Όμως, το αρνητικό στίγμα του άκρατου καταναλωτισμού, της ''ασύδοτης'' ικανοποίησης σεξουαλικών αναγκών που προσδίδεται στους Τσιγγάνους ασκεί  μιαν  ανομολόγητη έλξη, προκαλεί  την κρυφή γοητεία του ''απαγορευμένου καρπού'' για τα άτομα της ''οικείας ομάδας''. Η εικόνα της  ''ερωτιάρας'' Τσιγγάνας και του ''επιβήτορα'' Τσιγγάνου ικανοποιεί φαντασιακά τις ανικανοποίητες ορμές και τα απωθημένα τους. Η εξιδανίκευση και η λατρεία της ''ωραίας'' Τσιγγάνας  λειτουργεί  εργαλειακά, χρησιμοθηρικά για τα άτομα της ''οικείας ομάδας'', τα οποία  προεκβάλλουν  νοερά σ' αυτήν την  εικόνα τρόπους ικανοποίησης των δικών τους ανικανοποίητων αναγκών και κρυφών προσδοκιών.

Οι ''θετικές'' και ''αρνητικές'' εκδοχές της εικόνας των Τσιγγάνων  αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας μεταφυσικής φαντασιακής κατασκευής, η οποία απεικονίζει την κοινωνική περιθωριοποίησή τους  και  τη νομιμοποιεί  ιδεολογικά.   Παρόμοιες αντεστραμμένες μορφές απεικόνισης της διαφορετικότητας,  ψευδείς  διπολικές κατασκευές της εικόνας εθνοτικών ομάδων (ethnic groups) αναπαράγουν την κοινωνική αποξένωση, καταστρέφουν τις γέφυρες επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης των ατόμων  και των ομάδων.

Η εικόνα του Τσιγγάνου κατασκευάζεται κατά τα πρότυπα ενός άκρατου βιολογικού ντετερμινισμού και φυλετισμού, ο οποίος αποτελεί ένα από τα μεθοδολογικά θεμέλια του ρατσισμού.  Αν γίνει αποδεκτή η αντίληψη ότι οι Τσιγγάνοι αρκούνται στην ικανοποίηση των βιολογικών  τους ορμών και αποτελούν παράσιτα που καταναλώνουν, δίχως να παράγουν  και να επενδύουν, τότε θεωρείται αυταπόδειχτος ο πρωτογονισμός τους, η  κληρονομική ''κατωτερότητά'' τους  σε σχέση  με άλλες  ''βιολογικά ανώτερες φυλές'', οι οποίες είναι ικανές να αφομοιώσουν και να αναπτύξουν την πνευματική κουλτούρα και τον πολιτισμό[8]

Παρόμοιες απόψεις υποστηρίζονταν σε εκθέσεις  των ''ειδικών'' τσιγγανολόγων  του ''Τρίτου Ράιχ'', στις οποίες τεκμηριώνονταν  ιδεολογικά η ''ανάγκη'' εξολόθρευσης των Τσιγγάνων:''Περαιτέρω αποτελέσματα ερευνών μας επιτρέπουν να χαρακτηρίσουμε τους Τσιγγάνους ως λαό απολύτως πρωτόγονης εθνολογικής προελεύσεως, των οποίων το διανοητικό υπόβαθρο τους καθιστά ανίκανους για κάθε πραγματική κοινωνική προσαρμογή'' [9].

 

 

 

 

Η υπόθεση της ''ελλειμματικότητας'' των τσιγγανοπαίδων

Σε παρόμοια -με τους ''ειδήμονες'' του ''Τρίτου Ράιχ'' - συμπεράσματα περί πρωτογονισμού των Τσιγγάνων  φτάνει ο συγγραφέας του παρακάτω αποσπάσματος: ''Η τσιγγάνικη ζωή, είναι  ζωή με πολύ μεγάλη ελευθεριότητα στις κοινωνικές τους σχέσεις (sic). Το παιδί βιώνει συναισθήματα πρωτόγονων κοινωνιών  με αποτέλεσμα όχι μόνο άρνηση στην υπαγωγή του στο κοινωνικό σύνολο, αλλά και την αντιμετώπιση της σχολικής ζωής ως αστείας''[10]. Τα τσιγγανόπαιδα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα άποψη, είναι αγρίμια κάποιας πρωτόγονης αγέλης, που βρέθηκαν για άγνωστους λόγους στον ''πολιτισμό'' (στο ελληνικό σχολείο) και παραμένουν ''απροσάρμοστα'' και ''προβληματικά''  αντιμετωπίζοντας τη σχολική ζωή ως αστεία.[11]

Τη διανοητική ''κατωτερότητα'' και ''ελλειμματικότητα'' των τσιγγανοπαίδων  διαπιστώνει ο σχολικός σύμβουλος ακολουθώντας τα πρότυπα σκέψης των προκατόχων του, τσιγγανολόγων του ''Τρίτου Ράιχ''¨: ''ελλείπουν απ' αυτά βασικές γνώσεις, όπως μηχανισμός ανάγνωσης, φτωχό λεξιλόγιο, μαθηματική σκέψη, γνωστική κρίση και γενικά, όλες εκείνες οι ψυχοπνευματικές λειτουργίες, που έχουν τη βάση απόχτησή τους, στην ανελλιπή σχολική φοίτηση…'' [12]

Τα τσιγγανόπαιδα εξετάζονται από αρνητική άποψη, απ' τη σκοπιά της ''ελλειμματικότητάς'' τους και στην ουσία κατατάσσονται στην κατηγορία των ατόμων με ''ειδικές ανάγκες''. Αν όμως τα τσιγγανόπαιδα είναι πνευματικά καθυστερημένα, τότε είναι αναγκαίες ''ειδικές'' τάξεις, ''ειδικά'' σχολεία, ''ειδικοί'' τρόποι αντιμετώπισής τους. Αν παραδεχτούμε ότι τα τσιγγανόπαιδα διαθέτουν φτωχό γλωσσικό πλούτο και χαμηλή γνωστική ικανότητα, τότε νομιμοποιείται η επιβολή κυρώσεων και η σχολική αποτυχία θεωρείται ως φυσική κατάληξη της φοίτησής τους. Η αποτυχία του σχολικού συστήματος να εντάξει τα τσιγγανόπαιδα παρουσιάζεται ως φυσικό ελάττωμα των ίδιων των τσιγγανοπαίδων, έκφραση της διανοητικής ανικανότητάς  τους.

Προκαλεί εντύπωση η ευκολία με την οποία χαρακτηρίζουν φτωχό και περιορισμένο το γλωσσικό κώδικα των τσιγγανοπαίδων. ''Τα παιδιά αυτά έχουν έναν περιορισμένο γλωσσικό κώδικα, ενώ τα άλλα που προέρχονται από υψηλότερο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, χρησιμοποιούν καλλιεργημένο γλωσσικό κώδικα''.[13]

Στο σημείο αυτό γεννιούνται δυο βασικά ερωτήματα:

1) Στη βάση ποιων ερευνών έχει αποδειχθεί ότι τα τσιγγανόπαιδα έχουν ''φτωχό'', ''περιορισμένο γλωσσικό κώδικα''; Αποτελούν, άραγε, οι επιμέρους εμπειρικές παρατηρήσεις για το ότι τα τσιγγανόπαιδα κάνουν πολλά λάθη στη χρήση της ελληνικής γλώσσας,  επαρκές τεκμήριο για την ύπαρξη κάποιου ''περιορισμένου γλωσσικού κώδικα'';[14]

Στη δοσμένη περίπτωση η πλαστή  γενίκευση και η ψευδής επαγωγή στη βάση επιμέρους εμπειρικών δεδομένων συνδυάζονται με μια βεβιασμένη προσπάθεια εφαρμογής γενικών ερμηνευτικών σχημάτων (της υπόθεση του  Bernstein  περί γλωσσικών κωδίκων)  στη μελέτη  του συγκεκριμένου αντικειμένου (της γλώσσας των τσιγγανοπαίδων), δίχως επαρκή μελέτη της  λογικής και της ιδιομορφίας του.

2) Γιατί χρησιμοποιείται άκριτα και δίχως καμιά επιφύλαξη η υπόθεση του  Bernstein  περί  γλωσσικών κωδίκων[15], χωρίς να υπολογίζεται η σοβαρή κριτική που έχει ασκηθεί σ' αυτό το ερμηνευτικό σχήμα στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία[16];

Για ποιο λόγο ο γλωσσικός κώδικας των παιδιών των μεσαίων στρωμάτων θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως ''καλλιεργημένος'' και, κατά συνέπεια, να εκλαμβάνεται ως κριτήριο για την αξιολόγηση των γλωσσικών κωδίκων των παιδιών των κοινωνικά αδικημένων στρωμάτων; Γιατί η διγλωσσία των τσιγγανοπαίδων,   γενικότερα το διπλό πολιτισμικό υπόβαθρό τους  να εκλαμβάνεται ως ''προβληματική'' κατάσταση, φραγμός  για την μορφωτική εξέλιξή τους και όχι ως πρόκληση, στοίχημα, δυνατότητα για το ελληνικό σχολείο να εμπλουτίσει το αναλυτικό πρόγραμμά του με στοιχεία από τον πολιτισμό και την ιστορία των Τσιγγάνων, τα οποία θα ήταν χρήσιμα και ενδιαφέροντα και για  μη τσιγγανόπαιδα;

Τέλος, μας τρομάζει η ευκολία στιγματισμού της γλώσσας των τσιγγανοπαίδων ως ''φτωχής'' και ''περιορισμένης'' από παιδαγωγική άποψη, δίχως να υπολογίζεται ο κίνδυνος να λειτουργήσει ένας τέτοιος χαρακτηρισμός από τους δασκάλους και τους  σχολικούς συμβούλους (γενικότερα από τους εκπαιδευτικούς φορείς) ως ''αυτοεκπληρούμενη  προφητεία.''[17] 

Η ευθύνη της δυσκολίας προσαρμογής των τσιγγανοπαίδων στο σχολείο επιρρίπτεται από τον συγγραφέα στην αυταρχική αγωγή της οικογένειάς τους, η οποία διαπιστώνεται από τα εξής στοιχεία:  ''φόβο μήπως καταγγελθεί από το δάσκαλο κάποιο κακό γεγονός στον πατέρα και από την άρνησή τους να υπαχθούν στους κανόνες της σχολικής ζωής ενεργά με παιδαγωγικά μέσα.''[18]   Την ίδια στιγμή η μη προσαρμογή των τσιγγανοπαίδων στους κανόνες της σχολικής ζωής, χρησιμοποιείται, όπως είδαμε προηγουμένως, ως επιχείρημα  για την ''απόδειξη'' της ''ελευθεριότητας'' των Τσιγγάνων. Τελικά, είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς στηριζόμενος στις απόψεις του σχολικού συμβούλου, αν η αγωγή της τσιγγάνικης οικογένειας είναι αυταρχική ή αντιαυταρχική (ελεύθερη).

Ο σχολικός σύμβουλος δεν  καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια  να ξεπεράσει τα αντιφατικά και αλληλοαποκλειόμενα   επιχειρήματά του (ούτε καν διορθώνει  τις ασυνταξίες  και ανορθογραφίες με τις οποίες είναι γεμάτο το περιοδικό του). Όμως, γεμάτος στόμφο και έπαρση δηλώνει: ''Ναι, πάμε καλά''.  Η ''ακατάληπτη γλώσσα'',  που  προσδίδει στους Τσιγγάνους ένας από τους συγγραφείς του περιοδικού,  χαρακτηρίζει μάλλον  τον ''τσιγγάνικο λόγο'' του σχολικού συμβούλου.

Ο σχολικός σύμβουλος διαπιστώνει την έλλειψη ''μαθητικής συνείδησης'' στα τσιγγανόπαιδα. ''Η σχολική πειθαρχία και η πειθαρχία της τάξης απουσιάζει γιατί η χρήση παιδαγωγικών μέσων από τους δασκάλους ερμηνεύθηκε σαν αδυναμία τους στις  σχέσεις (sic). Τα παιδονομικά μέτρα επηρεάζουν τη συμπεριφορά τουςτα τυχόν παιδονομικά μέτρα σε πειραματική χρήση (sic) αποδίδουν περισσότερο από τις παιδαγωγικές νουθεσίες.''[19]

Ο συγγραφέας ανάγει τα ''παιδαγωγικά μέτρα'' στις ''παιδαγωγικές νουθεσίες'' και διαπιστώνει τη αναποτελεσματικότητά τους στα τσιγγανόπαιδα, τα οποία εκλαμβάνουν παρόμοιες μορφές αντιμετώπισής τους ως έκφραση αδυναμίας του δασκάλου. Ο                εκδότης του ''τσιγγάνικου λόγου'' δεν γνωρίζει άλλα παιδαγωγικά μέτρα, εκτός από τις ''παιδαγωγικές νουθεσίες'' και είναι αναγκασμένος να προτείνει τη χρήση ''παιδονομικών'' μέτρων  απέναντι στα τσιγγανόπαιδα, τα οποία ''είναι μαθημένα στο αυταρχικό πνεύμα'' της οικογένειάς τους.

Με απόλυτη σοβαρότητα, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι μέχρι την επικράτηση ''πιο ήπιου τρόπου συμπεριφοράς'' στην οικογένειά τους, η μοναδική αποτελεσματική μέθοδος είναι η υιοθέτηση αντίστοιχων παιδονομικών, αυταρχικών μεθόδων συμπεριφοράς από τους δασκάλους στο σχολείο. Βέβαια για να μην παρεξηγηθεί προσθέτει ότι τα παιδονομικά μέτρα βρίσκονται ''σε πειραματική χρήση''.  Όμως,  ο προσανατολισμός των αναζητήσεών του είναι ξεκάθαρος.

Είναι φανερό, ότι ο κ. Γ. Ματούλας αναζητά επίμονα κάποια ''ιδιαίτερα'' ψυχολογικά χαρακτηριστικά που κάνουν τα τσιγγανόπαιδα να διαφέρουν από τα μη τσιγγανόπαιδα και, κατά συνέπεια,  κάποιες ''ειδικές'' παιδαγωγικές (κυρίως παιδονομικές) μεθόδους για την αντιμετώπισή τους. Διαρκώς επικεντρώνει την προσοχή του στα στοιχεία που κάνουν τα τσιγγανόπαιδα να διαφέρουν από τα μη τσιγγανόπαιδα στη μάθηση, στη συμπεριφορά, στην επικοινωνία κλπ. Η εμμονή του στον τονισμό της πολιτισμικής, ψυχολογικής ιδιαιτερότητας των τσιγγανοπαίδων, τον οδηγεί  στην φαντασιακή κατασκευή  της διαφορετικότητας  και στην επινόηση της ανομοιότητάς τους. [20]

Αν γίνει  αποδεκτό ότι τα τσιγγανόπαιδα διαφέρουν τόσο πολύ από τα υπόλοιπα παιδιά, τότε   σίγουρα είναι αναγκαία η ''ειδική'' παιδαγωγική μεταχείρισή τους σε κάποια ''ειδικά σχολεία'', ''ειδικές τάξεις'' κλπ. Ο τελικός σκοπός είναι η αποπομπή των τσιγγανοπαίδων από το ''κανονικό'' σχολείο και τις ''κανονικές'' τάξεις και η απομόνωσή τους σε κάποιες ''ειδικές'' σχολικές μονάδες  με δασκάλους ''ειδικής αγωγής''.  ''Εγώ είμαι οπαδός να φύγουν τα τσιγγανάκια από τα σχολεία μέσα. Να συγκεντρωθούν σε ένα σχολείο δικό τους''[21] δηλώνει  ο ίδιος απερίφραστα. Και δεν είναι ο μόνος. Σε μια έρευνα που πραγματοποίησε η  Α.Φραγκουδάκη το 27 % των εκπαιδευτικών θεωρούν ότι το κράτος πρέπει να εντάξει σε ξεχωριστά σχολειά τα παιδιά των Τσιγγάνων[22].

Να πώς δικαιολογεί ο σχολικός σύμβουλος την επιλογή του: ''Θα με υποχρεώσετε εσείς, κύριοι  να βάλω το παιδί μου με τον Τσιγγάνο, όταν έχει ψείρα και είναι άπλυτος;''  Παρόμοιες απόψεις ακούγονται διαρκώς στις πιο διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας από εξαγριωμένους γονείς, οι οποίοι ασκούν πίεση στις τοπικές και εκπαιδευτικές αρχές να μην επιτρέψουν την ένταξη των τσιγγανοπαίδων στα ''κανονικά'' σχολεία.

Το δεύτερο ''επιχείρημα'', που προβάλλεται συνήθως για την ''τεκμηρίωση'' της ανάγκης ''ειδικών'' σχολείων για τα τσιγγανόπαιδα, είναι η διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητάς τους  μέσα στο σχολείο. Το εν λόγω ''επιχείρημα'' αποτελεί εκλεπτυσμένη αναδιατύπωση της απαίτησης αποπομπής, εξοβελισμού του ''ξένου σώματος'' (των τσιγγανοπαίδων) από τον εκπαιδευτικό οργανισμό (ή της ''εξορίας'' του  στην υποανάπτυκτη ''περιφέρειά'' του).   Οι θιασώτες της ''ειδικής'' παιδαγωγικής μεταχείρισης αποσιωπούν  μια όχι λιγότερο πιεστική ανάγκη του ελληνικού σχολείου, την ανάγκη διαμόρφωσης  - μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία - κοινής ταυτότητας  μαθητών, ανεξαρτήτως πολιτισμικής προέλευσης.

 Η αποδοχή του διαχωριστικού εκπαιδευτικού μοντέλου σημαίνει ότι το σχολείο αναπαραγάγει και παγιώνει τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες με τη μορφή διαφορετικών τύπων σχολείων:  ''πρώτης'' κατηγορίας  για τα παιδιά από προνομιούχες κοινωνικές ομάδες με ''καλλιεργημένο'' γλωσσικό κώδικα και ''δευτέρας'' κατηγορίας  για τα παιδιά των αδικημένων κοινωνικών στρωμάτων με ''περιορισμένο'' γλωσσικό κώδικα. Με άλλα λόγια καταργείται ακόμα και η θεσμοθετημένη από το σύνταγμα αρχή της τυπικής ισότητας.

''Αλλοτρίωση ή περιθωριοποίηση'': ένα παραπλανητικό δίλημμα

Δε μας βρίσκουν σύμφωνους ορισμένες  από τις απόψεις που διατυπώνονται στο ενδιαφέρον βιβλίο της Α. Λυδάκη ''Οι Τσιγγάνοι στην πόλη'':''…βασική προϋπόθεση για την ένταξη είναι η απεμπόληση στοιχείων και χαρακτηριστικών που είναι ασύμβατα με τις αρχές και τους κανόνες του όλου''[23]. ''Πιθανώς οι Τσιγγάνοι διαισθάνονται ότι πέρα από τις εξαγγελίες για ένταξη ή ενσωμάτωση, στην πραγματικότητα  έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στην αφομοίωση ή την περιθωριοποίηση''[24].  ''Αν οι Τσιγγάνοι θέλουν να γίνουν δεκτοί, πρέπει να γίνουν ''άλλοι'', να υποστούν την ταπείνωση της απώλειας της ταυτότητάς τους και να ζήσουν μιαν άλλη ζωή, τακτοποιημένη (δηλαδή αλλοτριωμένη)'' [25]

Οι μέχρι τώρα προσπάθειες ένταξης των Τσιγγάνων εκφυλίστηκαν και έμειναν δίχως αποτέλεσμα, άρα οποιαδήποτε προσπάθεια ένταξης είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Μ' αυτή την πεσιμιστική λογική χάνει το νόημά της η κάθε προσπάθεια κοινωνικής αλλαγής και  μετασχηματισμού της κοινωνίας, διότι οι μέχρι τώρα απόπειρες πραγμάτωσής του είχαν αρνητικά αποτελέσματα. Κατά συνέπεια, η μοναδική εναλλακτική λύση είναι η ανεύρεση αποτελεσματικότερων τρόπων διαχείρισης του κοινωνικού αποκλεισμού  και της περιθωριοποίησης, οι οποίοι παρουσιάζονται ως φυσική και αμετάβλητη μορφή οργάνωσης  της κοινωνίας.

Όπως αναφέραμε  προηγουμένως, η  κοινωνική ένταξη (ενσωμάτωση), σύμφωνα με τους τσιγγανολόγους, ταυτίζεται με την απώλεια πολιτισμικής ταυτότητας και την αλλοτρίωση. Το ζήτημα, λοιπόν, απ' αυτούς τίθεται ως εξής: ή διατήρηση της εθνοτικής ταυτότητας ή κοινωνική ένταξη και απεμπόληση της εν λόγω ταυτότητας. Ή περιθωριοποίηση ή αφομοίωση.

Η μεταφυσική αυτή αντιπαράθεση εδράζεται στην άποψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι φορέας μιας και μοναδικής ταυτότητας. Κατά συνέπεια απαραίτητη προϋπόθεση για να αποκτήσει μια ''καινούργια'' ταυτότητα είναι να απορρίψει  ολοκληρωτικά την προηγούμενη. Η ανάπτυξη της προσωπικότητας, όπως και γενικότερα η ανάπτυξη της κοινωνίας, παρουσιάζεται στα πλαίσια ενός γραμμικού μηχανιστικού σχήματος, στη βάση του οποίου, κάθε νέο στοιχείο αποτελεί απλή άρνηση, μεταφυσική απόρριψη  του προηγούμενου. Σε αυτή την περίπτωση, καταργείται  το  στοιχείο της συνέχειας και  είναι  αδύνατη η κατανόηση οποιασδήποτε διαδικασίας ανάπτυξης.

Μεταφυσική και μονόπλευρη είναι  όχι μόνο η θεώρηση της διαδικασίας κοινωνικής μεταβολής, αλλά και η απεικόνιση  της λειτουργίας της κοινωνίας. Στην κοινωνιολογία είναι γνωστό ότι ο κάθε άνθρωπος είναι φορέας πολλών και συχνά αλληλοαποκλειόμενων  κοινωνικών ρόλων. Πολλαπλές και συχνά αντιτιθέμενες είναι οι ταυτότητες που έχουν οι άνθρωποι. Η πολλαπλότητα  πολιτισμικών ταυτοτήτων  αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ενώ ο φόβος για τη διατήρηση της ''καθαρότητας'' και της ''αυθεντικότητας'' κάποιας απ' αυτές οδηγεί αναπόφευκτα στον περιορισμό της πολιτισμικής αλληλεπίδρασης, στην  τοποθέτηση αυστηρών διαχωριστικών γραμμών και στην περιχαράκωση της επικοινωνίας στα πλαίσια ''κλειστών'' εθνοτικών ομάδων (ethnic groups).

Η μονόπλευρη προβολή των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των εθνοτικών ομάδων (ethnic groups) συνδέεται,  επίσης, με την προσπάθεια απόκρυψης της κοινωνικής τους ταυτότητας και  της θέσης τους στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Η αντικατάσταση των  κοινωνικών διαφορών από φαντασιακές  πολιτισμικές διαφορές  επιφέρει τη  διαμόρφωση μιας παραπλανητικής  φαινομενολογίας της πολιτισμικής ετερότητας, εξαιρετικά χρήσιμης για την τεχνητή κατάτμηση - πολυδιάσπαση  του κοινωνικού ιστού και της αποκόμισης  οικονομικών και πολιτικών  κερδών. [26]

Η  πολιτισμική ανομοιογένεια αντιμετωπίζεται απ' τους τσιγγανολόγους ως ''νοσηρή'' κατάσταση που ελλοχεύει τον κίνδυνο αλλοίωσης και  εξαφάνισης των πατροπαράδοτων αυθεντικών ηθών, ενώ η πολιτισμική αλληλεπίδραση παρουσιάζεται  ως συνώνυμη  με την αλλοτρίωση  και την απώλεια της εθνοτικής ταυτότητας των Τσιγγάνων. ''Η γενικευτική ταύτιση της πολιτισμικής επίδρασης με την αλλοίωση και την καταστροφή αυτού που τη δέχεται αποκλείει τη δυνατότητα θετικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των λαών, κάτι που αντιφάσκει τόσο με την κοινή εμπειρία όσο και με την ιστορική εξέλιξη''[27].

Στην περίπτωσή μας η διάκριση Τσιγγάνων - μη Τσιγγάνων, Ρομά - Μπαλαμό αφορά  διαφορετικά τμήματα του ελληνικού λαού. Η αντιμετώπιση της πολιτισμικής επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης στα πλαίσια του ίδιου κράτους (και του ίδιου έθνους), ως εξολοκλήρου αλλοτριωτικής κατάστασης και η απόρριψη της δυνατότητας αλληλοπλουτισμού των δυο υποομάδων, ισοδυναμεί με την ύψωση τεχνητών διαχωριστικών γραμμών και την ιδεολογική απολογητική της  περιθωριοποίησης της κοινωνικά αποκλεισμένης υποομάδας (των Τσιγγάνων). Ο εθνοτικός απομονωτισμός όχι μόνο δε διαφυλάσσει τους Τσιγγάνους από την αλλοτρίωση της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά αποτελεί μια από τις χειρότερες μορφές αυτής της αλλοτρίωσης, της αποξένωσης των ανθρώπων ως αποτέλεσμα της υπερδιόγκωσης  κάποιων εξωτερικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών και της υποτίμησης των στοιχείων που τους ενώνουν.

Η πολυδιάσπαση του κοινωνικού ιστού,  η ισχυροποίηση φυγόκεντρων τάσεων, ο ομαδικός εγωισμός και ο ατομικισμός, η καταστροφή   των συλλογικών μορφών δραστηριότητας  αποτελούν μερικές από τις   εκφάνσεις της σύγχρονης βαρβαρότητας. Ο εθνοτικός απομονωτισμός αποτελεί μια από τις πλευρές της γενικότερης κοινωνικής αποξένωσης και μόνο απ' αυτή τη σκοπιά είναι δυνατόν να κατανοηθούν οι αιτίες που τον δημιουργούν. Στην πραγματικότητα, η  αλλοτρίωση (αλλοίωση, αφομοίωση κλπ)  και η περιθωριοποίηση δε σχηματίζουν  σχέση αποκλειστικής διάζευξης ''ή το ένα ή τo άλλο'', αλλά σχέση σύζευξης ''και το ένα και το άλλο'' .

Βρίσκεται το μέλλον των Τσιγγάνων στο παρελθόν;

''Οι νεαροί δε διστάζουν να τονίζουν τη διαφορετικότητά τους με μιαν επιστροφή στα πατροπαράδοτα - που σημαίνει στην ουσία αληθινή πρόοδο, αφού αρνούνται την αλλοτρίωση και έλκονται από το αυθεντικό''[28]

Η  αληθινή πρόοδος, σύμφωνα με την  προαναφερθείσα άποψη, προϋποθέτει επιστροφή στα πατροπαράδοτα. Το πατροπαράδοτο είναι το αυθεντικό, ενώ κάθε προσπάθεια μετασχηματισμού, αλλαγής, απόκλισης από τις κληρονομημένες παραδόσεις ερμηνεύεται ως αλλοίωση, αλλοτρίωση, αφομοίωση, δηλαδή εντελώς αρνητικά. Η μοναδική ελπίδα σωτηρίας από την αλλοτρίωση είναι η επιστροφή στην προϋπάρχουσα αυθεντική μας ''φύση''.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδεολογίας του εθνοτισμού είναι ένας ιδιόμορφος πολιτισμικός ρομαντισμός, μια τάση επιστροφής σ' ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, σε μια ειδυλλιακή κατάσταση ''αυθεντικότητας'' και ''καθαρότητας'' του πολιτισμού της εθνοτικής ομάδας (ethnic group). Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η προεκβολή  μιας κατασκευασμένης ''αυθεντικότητας'' και ''καθαρότητας'' στην ιστορία της εθνοτικής ομάδας (ethnic group), η οποία παρουσιάζεται αποσπασμένη από την παγκόσμια ιστορία (ή σε ορισμένες περιπτώσεις ως το κέντρο της παγκόσμιας ιστορίας).

Ο πολιτισμικός ρομαντισμός έχει κοινή μεθοδολογική βάση με τον οικονομικό ρομαντισμό, οι εκπρόσωποι του οποίου επιδίδονται σε μια συναισθηματική οπισθοδρομική κριτική των αντιφάσεων του καπιταλισμού και της βιομηχανικής κοινωνίας, μέσα από το πρίσμα μιας εξιδανικευμένης παραδοσιακής πατριαρχικής προβιομηχανικής οικονομικής δομής (είτε αυτή είναι η ''κοινότητα'' είτε το ''μικρό ατομικό νοικοκυριό'').  Τα κυριότερα μεθοδολογικά χαρακτηριστικά αυτής της προσέγγισης στο χώρο των κοινωνικών επιστημών είναι: ''1) μια θεωρητική τάση που εμφανίστηκε νομοτελειακά σε μιαν ιδιότυπη γνωσιοθεωρητική συγκυρία της ιστορίας της επιστήμης ως έναρξη της εξέτασης των αντιφάσεων του αντικειμένου στα πλαίσια της προδιαλεκτικής νόησης. 2) μια ιδεολογική τάση - τοποθέτηση με κοινωνικοψυχολογικές καταβολές που εδράζονται στην απόρριψη της υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας, στην απογοήτευση και στο σκεπτικισμό που δε βλέπει άλλη διέξοδο πάρα μόνο σε αναπολήσεις παρωχημένων καταστάσεων''[29]

 Εν κατακλείδι,  θα πρέπει να τονιστεί ότι ο εθνοτισμός εμπεριέχει μια σαφή υποτιμητική στάση απέναντι στους σημερινούς Τσιγγάνους και έναν υπερβολικό σκεπτικισμό για την ικανότητά τους να δημιουργήσουν κάτι καλύτερο απ' αυτό που έκαναν οι πρόγονοί τους σε προηγούμενα ιστορικά στάδια. Την καλύτερη απάντηση  στους τσιγγανολόγους είναι ικανοί να την δώσουν οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι,  ανατρέποντας στην πράξη  τις μεταφυσικές ταξινομικές κατασκευές των ''ειδημόνων'' και αποδεικνύοντας ότι είναι σε θέση να κατακτήσουν ακόμη και τις υψηλότερες ''κορυφές'' του παγκόσμιου πολιτισμού,  να τον εμπλουτίσουν  με  καινούργια στοιχεία πολιτισμικής δημιουργίας.

 


 

[1] Ο Μ.Δαφερμάκης είναι Δρ. Φιλοσοφίας (Ph.D), συνεργάτης του προγράμματος                                                         του ΥΠΕΠΘ ''Εκπαίδευση τσιγγανοπαίδων'', επιστημονικός συνεργάτης του ΤΕΙ Ηρακλείου και ωρομίσθιος καθηγητής της ΠΑΤΕΣ Ηρακλείου.

[2] Στο παρόν κείμενο ο όρος τσιγγανολογία  χρησιμοποιείται με την έννοια της προβολής του πολιτισμού των Τσιγγάνων μέσα από το στενό ιδεολογικό πρίσμα του εθνοτισμού. Είμαστε πεπεισμένοι ότι είναι δυνατή η μελέτη του πολιτισμού των Τσιγγάνων από διαφορετική  σκοπιά. Όμως, αυτό αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης.

[3]  Η  οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση εκλαμβάνεται συχνά ως κίνδυνος για την αλλοίωση της πολιτισμικής τους ταυτότητας.

[4] Ο Δ. Ντούσας στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του  Rom και φυλετικές διακρίσεις (Gutenberg, Αθήνα, 1997) χρησιμοποιεί για τον χαρακτηρισμό των Τσιγγάνων την έννοια ''κοινωνική φυλή''  ''ένα σύστημα κοινωνικής οργάνωσης ομάδας ή ομάδων ανθρώπων που έχουν κοινή ιστορική καταγωγή, κοινή γλώσσα…κοινή κουλτούρα…'' (σελ.29).  Πιστεύομε ότι η έννοια ''φυλή'' - λόγω της πολυσημίας που έχει ο όρος - είναι καλύτερα να αποφεύγεται για την έρευνα της ομάδας των Τσιγγάνων. Η Άννα Λυδάκη χαρακτηρίζει τους Τσιγγάνους ως εθνοτική ομάδα, ως ομάδα ανθρώπων με κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά (βλ. Οι Τσιγγάνοι στην πόλη,  εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 1998, σελ.51- 53). Ο Ντούσας χρησιμοποιεί επίσης για τους Τσιγγάνους τον όρο ''προέθνος''.

[5] Οι προσπάθειες  καθορισμού κάποιων ιδιαίτερων ανθρωπολογικών, βιολογικών  γνωρισμάτων των Τσιγγάνων (P. Pittard, Les Tsiganes ou Bohemiens, Geneva, 1932) απέτυχαν, εξαιτίας των αντιφατικών και αλληλοαποκλειόμενων στοιχείων που προέκυψαν.  Η θεωρητική σύλληψη κάποιων ''αληθινών'' ''γνήσιων ''Τσιγγάνων αποδείχθηκε χρήσιμη ιδεολογική κατασκευή που οδηγεί στη βιολογικοποίηση και ψυχολογικοποίηση του προβλήματος και κατά συνέπεια στην  απόκρυψη και συγκάλυψη της κοινωνική διάστασής του. 

[6] ''Τσιγγάνικος λόγος'', 1997, τεύχος 1, σ. 21.

[7] ''Τσιγγάνικος Λόγος'', 1998, τεύχος 2, σελ.6.

[8] Ο εκδότης του ''τσιγγάνικου λόγου''  οδηγείται  στην απροκάλυπτη εξύμνηση του κοινωνικού ρατσισμού. …στον κοινωνικό ρατσισμό, πρέπει να ξέρετε, στηρίζετε η προκοπή. Στο ρατσισμό οφείλεται η άνοδος της κοινωνίας'' (Ελευθ. 14 - 12 - 1996).

[9] Angus Fraser, Οι Τσιγγάνοι, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1998, σελ.261.

[10] ''Τσιγγάνικος Λόγος'', 1998, τεύχος 2, σελ.16.

[11] Αστεία και φαιδρή εικόνα για το ελληνικό σχολείο δημιουργούν σχολικοί σύμβουλοι όπως ο κ. Γ. Ματούλας (θέλουμε να πιστεύομε ότι αποτελούν μειοψηφία).

[12] ''Τσιγγάνικος Λόγος'', 1998, τεύχος 2, σελ.14.

[13] Άννα Λυδάκη, Οι Τσιγγάνοι στην πόλη,  εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 1998, σελ.260.

[14] Μήπως τα μη τσιγγανόπαιδα δεν κάνουν λάθη στη χρήση της ελληνικής γλώσσας;

[15] B. Bernstein, Παιδαγωγικοί κώδικες και κοινωνικός έλεγχος, εκδ.  Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1989.

[16] W. Labov, The logic of Non - Standard English. In J.E. Alatis (ed.)  Report of the Twentieth Annual Roundtable Meeting on linguistics and Language Studies, Washington D.C. pp. 1 - 43., Α. Γκότοβος, Η λογική του υπαρκτού σχολείου,  Gutenberg, Αθήνα, 1990, σ. 87 - 95.

[17] R. Rosenthal / L. Jacobson, Pygmalion in the Classroom, New York, 1968.

[18] ''Τσιγγάνικος Λόγος'', 1998, τεύχος 2, σελ.14.

 

[19] ''Τσιγγάνικος Λόγος'', 1998, τεύχος 2, σελ.14.

[20] Η μονόπλευρη, μεταφυσική προβολή των πολιτισμικών διαφορών αποτελεί θεμελιακό χαρακτηριστικό του νέο-ρατσισμού (''διαφοριστικό ρατσισμό'' ορισμένοι των ονόμασαν). ''Πράγματι, από τη δεκαετία του 60, παρατηρείται μια διαδικασία αντικατάστασης της ρατσιστικής ιδεολογίας που συγκροτείται με βάση τη βιολογική διαφορά από εκείνη που τείνει να θεσμοποιήσει την πολιτισμική διαφορά ως πυρήνα του σύγχρονου ρατσισμού''(E. Balibar,  ''Έρευνες πάνω στον εθνικισμό και το ρατσισμό'',''Θέσεις'', Οκτ.-Δεκέμ. 1988, ν.25, σ.76). Συχνά βέβαια οι διαφορές ρατσισμού - νεορατσισμού παύουν να υπάρχουν. Οι πολιτισμικές διαφορές ψυχολογικοποιούνται ή βιολογικοποιούνται, ''ανακαλύπτονται'' σε μια ιδιότυπη, ανεπανάληπτη ψυχοσύνθεση των Τσιγγάνων ή σε κάποια μοναδικά τους φυλετικά γνωρίσματα.

[21] Ελευθεροτυπία, 14 -12 - 1996.

[22] Άννα Φραγκουδάκη - Θάλεια Δραγώνα, Τι είν' η πατρίδα μας;, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1997, σελ.493.

[23] Άννα Λυδάκη, Οι Τσιγγάνοι στην πόλη, Καστανιώτη, Αθήνα, 1998, σελ.42.

[24]  ο.π.,σελ.43.

[25]  ο.π.,σελ.344.

[26] ''… οι  διαφορετικές ομαδώσεις που αρθρώνονται γύρω από τη φυλή, την κουλτούρα ή την εθνοτική ομάδα (ethnic group) αποτελούν  στην ουσία και όπως αποδεικνύεται στην πράξη διαφορετικές μορφές εκμίσθωσης της εργατικής δύναμης που, σ' ένα  καθεστώς διεύρυνσης των κοινωνικών σχέσεων σε όλες τις ηπείρους  της γης, φυλετικοποιεί, εθνοποιεί, και πολιτισμικοποιεί ανάλογα με την κοινωνική συγκυρία τις διαφορετικές συνθήκες εκμίσθωσης, εργαλειοποιώντας πάραυτα  με αποκλεισμούς και προνόμια και προς όφελος των παγκόσμιων φορέων  συσσώρευσης αυτούς τους διαχωρισμούς'' (Θ. Αλεξίου, ''Η πολυπολιτισμική κοινωνία: μύθος και πραγματικότητα'',  ''ΟΥΤΟΠΙΑ'', τ.31, σελ. 79.

[27] Άννα Φραγκουδάκη - Θάλεια Δραγώνα, Τι είν' η πατρίδα μας;, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1997, 285.

[28] Άννα Λυδάκη, Οι Τσιγγάνοι στην πόλη, Καστανιώτη, Αθήνα, 1998, σελ.345

[29] Δ. Πατέλης, ''Μια επανεξέταση του οικονομικού ρομαντισμού'', ''ΟΥΤΟΠΙΑ'', Μάιος - Ιούνιος 1993, Ν.7, σελ. 105.