Καύκασος: νέα καμπή του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Γράφει ο Δ. Πατέλης.

[Δημοσιεύθηκε στο διμηνιαίο θεωρητικό-πολιτικό περιοδικό Διάπλους, τεύχος 27, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2008, σελ. 12-15].

 

Είναι προφανές ότι όποτε ανακύπτει ένα σημαντικό επεισόδιο σε πεδία μαχών, ιδιαίτερα εάν αυτό αιφνιδιάζει τον κοινό νου και συνεπάγεται σημαντική «μετατόπιση ισχύος», εγείρονται στο προσκήνιο συνειρμικά παραστάσεις, εξαρτημένα αντανακλαστικά, ιδεολογήματα και αναλογίες από το παρελθόν. Στα πλαίσια αυτά είδαμε ακόμα και διεθνούς κύρους πολιτικούς και αναλυτές να μιλούν για ένα νέο «ψυχρό πόλεμο». Κάποιοι μάλιστα (εκδηλώνοντας φοβικά η νοσταλγικά αντανακλαστικά) αποκαλούσαν την Ρωσία Σοβιετική Ένωση... Όλα αυτά ενισχύονται στη συνέχεια κατά το δοκούν και από κατ’ επάγγελμα ιδεολόγους εμπλεκομένων συμφερόντων και από τα Μ.Μ.Ε.

Ωστόσο, η αναλογία είναι εξαιρετικά επισφαλής μέθοδος (ιδιαίτερα όταν υιοθετείται για την ερμηνεία περίπλοκων κοινωνικοοικονομικών φαινομένων με ιστορική μοναδικότητα) δεδομένου ότι επιτείνει την εμπλοκή στον έρποντα εμπειρισμό. Μόνον η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης συγκυρίας, της δυναμικής όλου του πλέγματος των αντιφάσεων σε παγκόσμιο, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, της ιστορικής ιδιοτυπίας, των συσπειρώσεων, των πολώσεων και των προοπτικών τάσεων μπορεί να παράσχει αντικειμενική διάγνωση της κατάστασης με δυνατότητες πρόβλεψης.

Σύμφωνα με την ανάλυση της διεθνούς ερευνητικής ομάδας «Η Λογική της Ιστορίας» ο πόλεμος εναντίον Αφγανιστάν και Ιράκ (προπομποί του οποίου ήταν ο πρώτος πόλεμος στον Περσικό κόλπο και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας) σηματοδοτεί την έναρξη του Τρίτου θερμού Παγκόσμιου Πόλεμου (εάν δεν θεωρηθεί τρίτος ο αμαχητί λήξας «Ψυχρός Πόλεμος»). Ενός επιθετικού ιμπεριαλιστικού πόλεμου, που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες-αναλογίες με τους δύο προηγούμενους, αλλά και σημαντικότατες διαφορές, η μη ανάδειξη των οποίων προκαλεί συγχύσεις.

Η ρητορική και τα εναλλασσόμενα ιδεολογήματα των επιτιθέμενων (πόλεμος «κατά της τρομοκρατίας», «πόλεμος πολιτισμών-θρησκειών», πόλεμος «για την επιβολή της δημοκρατίας», κ.ο.κ.) συσκοτίζουν την κατάσταση και σπείρουν σύγχυση ακόμα και στις συνιστώσες της εναπομείνασας αριστεράς. Θεωρητική ένδεια και απουσία κριτηρίων, οδηγούν συχνά σε τραγελαφικές τοποθετήσεις. Κάποιοι έσπευσαν να τεθούν υπέρ των «ανθρωπιστικών» βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία, άλλοι θεωρούσαν τον UCK του Κοσόβου και τους (επίσης αμερικανοκίνητους) αυτονομιστές της Τσετσενίας «φερέλπιδες μαχητές» επικείμενων κινημάτων, επενδύοντας τη θέση τους με ρατσιστικών αποχρώσεων αντιρωσισμό. Ορισμένοι (συγχέοντας τον Κόκκινο Στρατό με το σύγχρονο ρωσικό, ή επιστρατεύοντας ελληνορθόδοξες παραδόσεις περί του «ξανθού γένους») σπεύδουν να ταχθούν άκριτα υπέρ Ρωσίας. Κάποιοι άλλοι τηρούν ίσες αποστάσεις έναντι όλων, ανασύροντας από τη ναφθαλίνη στερεότυπα τύπου «κάτω οι δύο υπερδυνάμεις», κ.ο.κ.    

Αυτός ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς την επικράτηση της αστικής αντεπανάστασης και χωρίς τη δρομολόγηση κεφαλαιοκρατικών παλινορθωτικών διαδικασιών σε πολλές χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού και ιδιαίτερα στην ΕΣΣΔ. Εάν ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος κυοφορούσε τη δυναμική της Οκτωβριανής Επανάστασης και ο Β΄ την περαιτέρω εδραίωση και επέκταση του πρώιμου σοσιαλισμού (με παράλληλη αναδιάρθρωση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων), ο Γ΄ δρομολογείται εν πολλοίς απ’ τη δυναμική της παγκόσμιας αντεπανάστασης και της συντριβής των περισσότερων κεκτημένων του πρώιμου σοσιαλισμού του 20ου αιώνα.

Ο πόλεμος, ως έκφραση, μέσο και τρόπος διευθέτησης των αντιφάσεων, δεν μπορεί να παραμένει ανεπηρέαστος από τις ποσοτικές, ποιοτικές και ουσιώδεις αλλαγές που επέρχονται ιστορικά. Παρά τις όποιες γεωστρατηγικές ομοιότητες με τους δύο προγενέστερους, το είδος των αντιφάσεων που τον προκαλούν, η κλίμακα, τα μέσα και οι τρόποι διεξαγωγής του, η υπό διαμόρφωση σύμπηξη των κέντρων-πόλων, αλλά και η διάρκειά του, διαφέρουν ριζικά από την προγενέστερη εμπειρία. Εάν δεν ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που έχουν επέλθει στις παραγωγικές δυνάμεις, στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας, στο βαθμό κοινωνικοποίησης της παραγωγής, στο χαρακτήρα του κεφαλαίου και της εργασίας κ.ο.κ. στο νέο στάδιο της ιμπεριαλιστικής «παγκοσμιοποίησης», η ραγδαία είσοδος στο προσκήνιο Κίνας και Ινδιών, οι αλλαγές στη Λατινική Αμερική κ.ά., είναι αδύνατο να κατανοηθεί η ιδιοτυπία αυτού του εν εξελίξει παγκοσμίου πολέμου. Ακόμα και οι εμπλεκόμενες δυνάμεις, μόνον εν μέρει και κατ’ όνομα παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτές των πολέμων του 20ου αι. Τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν σχολαστικές θεωρητικολογίες, αλλά την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας.

Όπως έχω ξαναγράψει, πρόκειται για ένα πόλεμο περίπλοκο, πολυεπίπεδο και με πολλούς στόχους. Στην αρχική στόχευση των εχόντων την πρωτοβουλία εξαπόλυσής του, ήταν (και παραμένει εν πολλοίς) κατά κύριο λόγο, ένας πόλεμος των χωρών του «Πρώτου κόσμου», του λεγόμενου «χρυσού δισεκατομμυρίου», εναντίον του λεγόμενου «Τρίτου κόσμου» συνολικά, σε συνθήκες εν πολλοίς άρδην «τριτοκοσμοποίησης» του «Δεύτερου κόσμου». Εναντίον των δυνάμεων εκείνων τις οποίες οι εν λόγω χώρες αδυνατούν πλέον να διαχειρίζονται και να διοικούν δια των δόκιμων «ψυχρών»-ειρηνικών (νεοαποικιακών κ.λ.π.) μέσων και ως εκ τούτου, καταφεύγουν στα «θερμά» και εμπόλεμα. Είναι ένας πόλεμος πλανητικής καταστολής εναντίον οποιουδήποτε υπαρκτού ή δυνητικού-εκκολαπτόμενου απελευθερωτικού λαϊκού κινήματος αλλά και εναντίον της ανερχόμενης αστικής τάξης αυτών των χωρών.

Κατά τις πρώτες φάσεις του πολέμου οι επιτιθέμενοι ιμπεριαλιστές πέτυχαν σοβαρούς στρατηγικούς τους στόχους. Ωστόσο, όπως είχα προβλέψει από το 2003 (βλ. Παγκόσμια κεφαλαιοκρατία, ιμπεριαλισμός και πόλεμος. Μαρξιστική επαναστατική επιθεώρηση, τ.8, 2004) στη συνέχεια, με την κλιμάκωση του πολέμου, η τροπή των πραγμάτων θα αρχίσει να αποβαίνει κάθε άλλο παρά ευνοϊκή για τους εμπνευστές αυτού του παγκοσμίου πολέμου. Η ηρωική αντίσταση του λαού του Ιράκ, η αδυναμία έλεγχου του Αφγανιστάν, και η ήττα του σιωνιστικού μιλιταρισμού από την Χεσμπολάχ προ δύο ετών, η εκδίωξη των αμερικανών από το Ουζμπεκιστάν, η ενίσχυση της αριστεράς στη Λατινική Αμερική, κ.ά., επιβεβαίωσαν αυτή την πρόβλεψη.

Ωστόσο, η σημαντικότερη επιβεβαίωση αφορά την ανάδειξη-ενίσχυση άλλων πόλων με καταλυτική επίδραση στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Από τα τέλη του 20ου αι. (βλ. ίδρυση OPEC, εμπάργκο-ενεργειακή κρίση 1973) ήταν σαφής η τάση εθνικοποίησης της εξόρυξης-άντλησης πετρελαίου (Upstream) από τις αστικές τάξεις των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, για τον εκτοπισμό των πολυεθνικών πετρελαϊκών εταιρειών και της ληστρικής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης των πόρων. Οι πολυεθνικές αυτές, αν και είχαν σημαντικές απώλειες, δεν παρέδωσαν αμαχητί τις θέσεις τους, εντείνοντας την εκμετάλλευση των πόρων που ελέγχουν και αναζητώντας νέους, διατηρώντας μεγάλο μέρος των υποδομών και δικτύων διαμετακόμισης, επεξεργασίας και διακίνησης-πώλησης υδρογονανθράκων (Downstream), με περαιτέρω συγκέντρωση-συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, συγχωνεύσεις, εξαγορές, κ.ο.κ.

Οι τάσεις αυτές πήραν στις αρχές του 21ου αι. άλλη τροπή με τη συνέργια τουλάχιστον 5 παραγόντων: 1. Δυναμική ένταξη στην παγκόσμια αγορά νέων ενεργειακών κολοσσών της Ρωσίας (Γκαζπρομ, Λουκόιλ, κ.ά.) η οποία είναι η πρώτη δύναμη παγκοσμίως σε άντληση-εξαγωγή φυσικού αερίου και δεύτερη στο πετρέλαιο, με συντονισμένες κινήσεις της άρχουσας ελίτ της νεοπαγούς αστικής τάξης, ώστε να τεθεί ο ενεργειακός τομέας υπό κρατικό έλεγχο. 2. Στρατηγική επιθετική επιλογή της ρωσικής αστικής τάξης για δυναμική διεθνή αναδιάταξη του καταμερισμού έργων και ρόλων στον ενεργειακό τομέα, με ενιαίο έλεγχο Upstream και Downstream, με δημιουργία νέων δικτύων αγωγών, με στρατηγικές ενεργειακές συμμαχίες με χώρες της Ε.Ε., Βενεζουέλα, Ιράν, Κίνα, Ινδονησία, κ.ά., με δυναμική διείσδυση σε Αφρική, Ασία και Ν.Αμερική, εκτοπίζοντας παλαιούς παίκτες. 3. Αλματώδης αύξηση της ζήτησης υδρογονανθράκων λόγω (κατ’ εξοχήν εκτατικής και ενεργοβόρου) βιομηχανικής ανάπτυξης αναδυόμενων χωρών (ιδιαίτερα Κίνας και Ινδιών). 4. Ραγδαία άνοδος της τιμής των υδρογονανθράκων, λόγω αυτής της αύξουσας ζήτησης, λόγω του εν εξελίξει πολέμου στον Περσικό κόλπο και λόγω κερδοσκοπικών παιγνίων με προαγορές, κ.ο.κ. 5. Ραγδαία ενδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας και αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της αστικής τάξης της.

Τα παραπάνω επέτρεψαν στην τελευταία να αποπληρώσει τάχιστα το εξωτερικό της χρέος έναντι της λέσχης των Παρισίων και να αποκτήσει πλεονασματικά αποθέματα που υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό του ενός τρισεκατομμυρίου USD, μετατρέποντας τη Ρωσία σε πολύ σημαντική διεθνή οικονομική δύναμη, στον τρίτο μετά την Κίνα και την Ιαπωνία πιστωτή της υπερχρεωμένης αμερικανικής οικονομίας. Οι πόροι αυτοί επιτρέπουν στην άρχουσα τάξη να εκπονεί μακροχρόνια στρατηγικά σχέδια επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, να επενδύει (αξιοποιώντας και τους πόρους απ’ την εξαγωγή όπλων, όπου κατέχει πλέον την πρώτη θέση παγκοσμίως) στο στρατιωτικό βιομηχανικό σύμπλεγμα, και να αναδιοργανώνει-επανεξοπλίζει τον στρατό, επιλέγοντας κατά προτεραιότητα τεχνολογίες ασύμμετρων πληγμάτων.

Η εκ των πραγμάτων γεωστρατηγική και στρατιωτική εκδήλωση αυτής της ισχύος ήταν θέμα χρόνου. Από τα χρονοδιαγράμματα των εξοπλιστικών προγραμμάτων των ΗΠΑ (με δεδομένους τους ρυθμούς διάλυσης της τέως ΕΣΣΔ κατά τη δεκαετία 1990-2000), και τα σχετικά δημοσιεύματα, είναι σαφές ότι σχεδιαζόταν ευρείας κλίμακας επίθεση στην Ρωσία κατά το 2012-13, όταν θα ετίθεντο εκτός λειτουργίας οι σοβιετικής κατασκευής βαλλιστικοί πύραυλοι, και ιδιαίτερα αυτοί με τις πολλαπλές αποσπώμενες κεφαλές. Τέλη του 2006 εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που καλούσαν σε δράση εναντίον της Ρωσίας τώρα, πριν να είναι πολύ αργά. Ωστόσο, η δυναμική που δρομολόγησαν εν πολλοίς οι ίδιες οι ΗΠΑ με τον πόλεμο, ανέτρεψε αυτά τα δεδομένα, μετατρέποντας τη Ρωσία σε υπερδύναμη. Σημειωτέον ότι η τελευταία είναι σήμερα η μόνη χώρα η οποία μπορεί από τεχνικής-στρατιωτικής απόψεως να καταστρέψει ακαριαία ολοσχερώς τις ΗΠΑ (διαθέτει πάνω από 4.000 πυρηνικές κεφαλές, αεροδιαστημική τεχνολογία, κ.ο.κ.). 

Η λογική του εν εξελίξει παγκοσμίου πολέμου, υπαγορεύει στις ΗΠΑ την ανάγκη στρατιωτικοπολιτικής περικύκλωσης της Ρωσίας και υπονόμευσης της ακεραιότητάς της (χαρακτηριστικό είναι το σχέδιο Μπζεζίνσκι για δημιουργία 8 κρατών στη σημερινή Ρωσία), εδραίωσης της παρουσίας τους στην τέως ΕΣΣΔ (με τη βαθμιαία μετατροπή της Γεωργίας σε Ισραήλ του Καυκάσου και κινήσεις για ένταξη στο Νάτο Ουκρανίας, Γεωργίας και Αζερμπαϊτζάν), αποκλεισμού της Ρωσίας από τα δίκτυα υδρογονανθράκων και δημιουργία παρακαμπτηρίων αγωγών.

Η ραγδαία στρατιωτικοποίηση της Γεωργίας τα τελευταία χρόνια (ιδιαίτερα υπό τον εγκάθετο των ΗΠΑ Μ.Σαακασβίλι) με εξοπλισμούς (από ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία, Τουρκία, Ελλάδα, Ουκρανία, Τσεχία, Ρουμανία, Βουλγαρία κ.ά.) και εκπαιδευτές (χιλιάδες από ΗΠΑ και Ισραήλ), εκσυγχρονισμό οπλικών συστημάτων και συστήματα δικτυοκεντρικού πολέμου (με ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ραντάρ, δορυφορικά δίκτυα), αποσκοπούσε ακριβώς στη διεξαγωγή ενός αστραπιαίου πολέμου, που θα εκτόπιζε οριστικά τη Ρωσία από αυτή την περιοχή του Καυκάσου αλλά (όπως φαίνεται από τους αμερικανικούς εκτοξευτές πυραύλων που κατέστρεψαν οι Ρώσοι) και σε επίθεση εναντίον του Ιράν, παρακάμπτοντας τις αντιστάσεις της Τουρκίας. 

Η άμεση αντίδραση της Μόσχας στην ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίον των ειρηνευτικών δυνάμεών της και τη σφαγή των κατοίκων του Τσχινβάλ, η ανάκτηση του ελέγχου της Ν.Οσετίας  από τα ρωσικά στρατεύματα (με ειδικές δυνάμεις απαρτιζόμενες κυρίως από Τσετσένους) σε 48 ώρες, και η διάλυση των στρατιωτικών υποδομών της Γεωργίας στον πόλεμο των 5 ημερών, σηματοδότησε την δυναμική ανάδειξη ενός άλλου πόλου στον εν εξελίξει Παγκόσμιο Πόλεμο και την απώλεια της πρωτοβουλίας των κινήσεων σε αυτόν από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Ο πόλεμος αυτός που θα διαρκέσει πολλά χρόνια, αποκτά πλέον σαφέστερα τον χαρακτήρα ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου μεταξύ της εναπομείνασας ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης (αρχικά δι’ αντιπροσώπων) και των αναδυόμενων νέων μεγάλων δυνάμεων (Ρωσίας, Κίνας, Ινδιών, αναδιατάξεων που ενδέχεται να προκύψουν στην Ε.Ε.).

Η καταλυτική σημασία αυτού του επεισοδίου εκδηλώνεται πολλαπλά. ΗΠΑ και Ε.Ε. αναλίσκονται σε κινήσεις φραστικού και εικονικού πολέμου, τη στιγμή που η επάνοδος στην πρωτέρα κατάσταση είναι πλέον ανέφικτη. Δρομολογείται νέος βαθύτερος διχασμός εντός της Ε.Ε. με τις επιχειρηματικά-ενεργειακά συνδεδεμένες με τη Ρωσία χώρες (Γερμανία, Ιταλία, Ελλάδα, κ.ά.) απρόθυμες να ακολουθήσουν τις ενισχυόμενες και από τις προεκλογικές σκοπιμότητες επιθετικές επιλογές των ΗΠΑ. Η έκβαση αυτής της αντίθεσης θα εξαρτηθεί από την προοπτική μιας βαθμιαίας απαλλαγής από την αμερικανική κηδεμονία και το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός Γερμανο-Ρωσικού άξονα. Πολιτική κρίση στην Ουκρανία με αποδυνάμωση του αμερικανόδουλου Γιούσενκο και καιροσκοπικούς ελιγμούς της Τιμοσένκο. Ταχεία τοποθέτηση της αντιπυραυλικής ασπίδας των ΗΠΑ σε Τσεχία-Πολωνία και Ρωσικά αντίμετρα. Απόρριψη των προτάσεων του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τσένι για δημιουργία αγωγού παρακάμπτοντας τη Ρωσία και άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ από τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Αλίεφ. Άμεση σύναψη συμφωνίας για αγωγούς φυσικού αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ουζμπεκιστάν. Συσπείρωση των τέως σοβιετικών δημοκρατιών που συναπαρτίζουν τον Οργανισμό Συλλογικής Ασφαλείας γύρω από τη Ρωσία. Κοινά στρατιωτικά γυμνάσια Ρωσίας-Βενεζουέλας.

Οι αλλαγές στους υπό διαμόρφωση πόλους που δρομολογούν οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν από το εάν και κατά πόσο η Ρωσία, η Κίνα κλπ. θα μπορέσουν να προτείνουν μια στρατηγική προοπτική ρεαλιστικών εναλλακτικών ολοκληρώσεων, παρακάμπτοντας τις ΗΠΑ. 

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά από αυτή την άποψη η άμεση αντίδραση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης. Ο τελευταίος σχεδόν αγνοείται παντελώς από τον Δυτικό τύπο. Μόνιμα μέλη του είναι: η Ρωσία, η Κίνα, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν, η Κιργκιζία και το Καζαχστάν. Το Μάιο του 2008 έχει υποβάλλει αίτηση ένταξης το Ιράν, το οποίο ήταν παρατηρητής, όπως και η Ινδία, το Πακιστάν και η Μογγολία. Η έκταση των μελών του είναι το 60% της έκτασης της Ευρασίας ενώ συγκεντρώνουν το ¼ του πληθυσμού της γης (μαζί με τους παρατηρητές, είναι ο μισός πληθυσμός της γης). Δεν είναι μόνο η γεωστρατηγική και στρατιωτική συνιστώσα αυτού του οργανισμού σημαντική, αλλά και η προώθηση της οικονομικής συνεργασίας.

Συμβολική σημασία ως προς τον αντίκτυπο των γεγονότων του Καυκάσου έχει η άμεση αντίδραση του Φ.Κάστρο και του Ου.Τσάβες υπέρ της Ρωσίας, αλλά και η άμεση αναγνώριση της ανεξαρτησίας Ν.Οσετίας και Αμπχαζίας από τη Νικαράγουα. Η εκ των πραγμάτων διαφαινόμενη συσπείρωση με τους «ριγμένους» στο παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, με τις εναπομείνασες δυνάμεις από τις πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ου αι. και με την ανερχόμενη αριστερά της Λατινικής Αμερικής, προσδίδει μιαν ιδιότυπη «κοινωνική» χροιά στον υπό διαμόρφωση άλλο πόλο αυτού του Ιμπεριαλιστικού Παγκόσμιου Πολέμου. Η τελευταία δεν μπορεί να αγνοείται, όσο διεμβολίζει την ισχύ του άξονα των ΗΠΑ, αλλά ενδέχεται να τροφοδοτήσει αυταπάτες περί του χαρακτήρα του πολέμου και διαθέσεις άνευ όρων στήριξης του αντιπάλου δέους.

Το στοιχείο του πολέμου έχει απελευθερωθεί και τίποτε δεν μπορεί να θεωρείται πλέον δεδομένο, στατικό και αμετάβλητο. Τα κληροδοτήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το αντίστοιχο Διεθνές Δίκαιο έχουν πλέον κονιορτοποιηθεί από την κλαγγή των όπλων. Η Ρωσία απλώς εγκατέλειψε τη μετριοπαθή έως ηττοπαθή στάση αμυντισμού και υποχωρητικότητας και αρχίζει να πληρώνει τους γεωπολιτικούς της αντιπάλους με το ίδιο νόμισμα: με όρους συσχετισμού δυνάμεων. Η αρχή του απαραβίαστου των συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας απεμπολείται μέχρι νεωτέρων αποκρυσταλλώσεων συσχετισμών δυνάμεων, γεγονός που –δεδομένης και της περίπτωσης του Κοσόβου– δρομολογεί μια δυναμική ανεξέλεγκτης και απρόβλεπτης τροπής των πραγμάτων.

Τίποτε δεν αποκλείει την μετατροπή αναδυόμενων δυνάμεων τύπου Ρωσίας σε φασίζουσες επιθετικές μηχανές, με ευρύτερο λαϊκό έρεισμα (λόγω της μακροχρόνιας εξαθλίωσης και ταπείνωσης που υπέστησαν οι λαοί με την επικράτηση της κεφαλαιοκρατικής παλινόρθωσης στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού και την ασυδοσία των ισχυρών του ιμπεριαλισμού), με ρεβανσιστικά εθνικιστικά ιδεολογήματα. Όλα αυτά, δεδομένης της διαθέσιμης και αύξουσας καταστροφικής ισχύος, καθιστούν πιο πιθανό τον κίνδυνο μαζικού αφανισμού της ανθρωπότητας.    

Όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, οι πόλεμοι, ιδιαίτερα οι ευρείας κλίμακας και οι παγκόσμιοι, δημιουργούν νέες αντιφάσεις (επιπρόσθετες σε αυτές που καλούνται να λύσουν) και αναδεικνύουν με ιδιαίτερη ένταση τις βαθύτερες κοινωνικές-ταξικές αντιφάσεις, φέρνοντας εκ των πραγμάτων πιο κοντά την προοπτική της επανάστασης. Όλες οι σημαντικές επαναστατικές καταστάσεις του 20ου αι. (1905-7, 1917, μεταπολεμική διεύρυνση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, εθνικοαπελευθερωτικοί και αντιαποικιοκρατικοί πόλεμοι) συνδέονταν με πολεμικές συρράξεις. Ο εν εξελίξει πόλεμος δεν θα αποτελεί εξαίρεση.

Η νομοτελής ανάδειξη της αναγκαιότητας μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε κοινωνική επανάσταση, καθιστά ζωτικής σημασίας προτεραιότητα την ανάπτυξη της θεωρίας και την επεναθεμελίωση της στρατηγικής της μόνης πραγματικά εναλλακτικής προοπτικής για την επιβίωση της ανθρωπότητας: του σοσιαλισμού και της ενοποίησης της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό. Η ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας είναι αναγκαίος όρος για βρει πραγματικά ερείσματα το υποκείμενο της επικείμενης επανάστασης που θα αναδειχθεί από τη φωτιά του πολέμου, για την απεμπλοκή από αγκυλώσεις του παρελθόντος και από τις παγίδες του ετεροπροσδιοριζόμενου αμυντισμού.