Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΝ «ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΟΛΟ»

 

«Τι σημαίνει λοιπόν κοινωνία, στην πιο γενική της μορ­φή; Προϊόν αλληλεπίδρασης των ανθρώπων.»[9]

Θα εξετάσουμε τον ορισμό της κοινωνίας, που έδωσε ο Μαρξ, ανεξάρτητα απ' οποιαδήποτε κοινωνική μορφή. Όπως βλέπουμε, ο Μαρξ γράφει 1) για τους ανθρώπους, 2) για την αλ­ληλεπίδραση τους, 3) για το προϊϊόν της αλληλεπίδρασης τους.

Στο παραπάνω απόσπασμα δεν υπογραμμίζεται τυχαία το γεγονός ότι η κοινωνία αποτελεί προϊόν αλληλεπίδρασης των ανθρώπων. Ο Μαρξ διατυπώνει την άποψη του για τις ιδεαλι­στικές αντιλήψεις του μικροαστού ιδεολόγου Προυντόν σε σχέση με την ιστορία: «Αυτός [ο Προυντόν - σημ. Β.Β.] βρί­σκει, τελικά, ότι οι άνθρωποι, σαν επιμέρους προσωπικότητες, δεν ήξεραν τι έκαναν, ότι αυτοί οι ίδιοι καταλάβαιναν λανθα­σμένα την ίδια τους την κίνηση, ότι δηλαδή, από μια πρώτη ά­ποψη, η κοινωνική τους εξέλιξη φαίνεται ότι είναι ένα πράγμα διαφορετικό, ξεκομμένο, ανεξάρτητο από την ατομική τους ε­ξέλιξη. Δεν είναι βέβαια σε θέση να εξηγήσει αυτά τα γεγονό­τα, και γι' αυτό, ακριβώς σ' αυτό το σημείο, κάνει την εμφάνι­ση της η υπόθεση για τον καθολικό λόγο που αυτοαποκαλύπτεται.»[10] Ο Μαρξ αποδεικνύει ότι η κοινωνική εξέλιξη δεν εί­ναι κάτι το απόλυτα ανεξάρτητο σε σχέση με τους ανθρώπους, αλλά ότι είναι προϊόν της δραστηριότητας των ανθρώπων. Σχετικά μ' αυτό, δίνεται έμφαση στην κριτική της ιδεαλιστικής αν­τίληψης της ιστορίας, ενώ αν υπογραμμίσουμε τη διαλεκτική αντίληψη της κοινωνίας σε αντίθεση με τη μεταφυσική, πρέπει να δόσουμε έμφαση στο γεγονός πως η κοινωνία είναι ταυτό­χρονα και αποτέλεσμα (προϊόν) και διαδικασία αλληλεπίδρα­σης των ανθρώπων.

Η αλληλεπίδραση των πλευρών, των στιγμών, των στοι­χείων κλπ. κλπ., των διαδικασιώνν, των πραγμάτων, των αντικει­μένων, είναι η αληθινή «τελική αιτία τους» (causa finalis -Β.Β.) Η εσωτερική τους αλληλεπίδραση, η αλληλοσύνδεση είναι η πραγματική τους ουσία. Αυτή η καθολική διαλεκτική θέση μπορεί να εφαρμοστεί και στην κοινωνία.

Η κοινωνία αποτελεί ενότητα εξωτερικής και εσωτερικής αλληλεπίδρασης των ανθρώπων. Η εξωτερική αλληλεπίδραση είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπωων, σαν φυσικών, ζωντανών όντων, η δε εσωτερική αλληλεπίδραση είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπων σαν κοινωνικών όντων.

Ο άνθρωπος είναι ενότητα φυσικού και κοινωνικού. Αν ο άνθρωπος εξετάζεται μόνο σαν φυσικό ον, τότε η κοινωνία α­ποτελεί ένα μηχανικό άθροισμα απομονωμένων ατόμων. Αν ό­μως ο άνθρωπος εξετάζεται σαν κοινωνικό ον και μόνο, αν δη­λαδή, αγνοείται η βιολογική του φύση, ακόμα και τότε, έστω έμμεσα, με ασαφή τρόπο, πάλι προϋϋποτίθεται ότι η κοινωνία α­ποτελεί ένα μηχανικό άθροισμα απομονωμένων ατόμων.

Η πρώτη τάση βρήκε την πιο αναπτυγμένη, κλασική της έκφραση στη φιλοσοφία του Λ. Φόυερμπαχ, ο οποίος ξεκινού­σε από το μεμονωμένο άτομο. Ήδη το 1847, ο Μαρξ έδωσε το στίγμα της περιορισμένης ανάπτυξης των απόψεων του Α. Φόυερμπαχ: «Ο Φόυερμπαχ διαλύει τη θρησκευτική ουσία στην ανθρώπινη ουσία. Αλλά η ανθρώπινη ουσία δεν είναι μια· αφαίρεση, που ενυπάρχει μέσα στο απομονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητα της, είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέ­σεων. Ο Φόυερμπαχ, που δεν καταπιάνεται με την κριτική αυ­τής της πραγματικής ουσίας, είναι συνεπώς αναγκασμένος: 1) Να κάνει αφαίρεση της πορείας της ιστορίας και να κάνει το θρησκευτικό πνεύμα [Gemut] ένα πράγμα αναλλοίωτο που υ­πάρχει από μόνο του, υποθέτοντας ότι υπάρχει ένα ανθρώπινο άτομο, αφηρημένο, απομονωμένο. 2) Να εξετάζει συνεπώς το ανθρώπινο ον αποκλειστικά σαν "γένος", σαν εσωτερική βουβή γενικότητα, που συνδέει με καθαρά φυσικό τρόπο τα πο­λυάριθμα άτομα.»[11]

Η δεύτερη τάση προσέγγισης της κοινωνίας βρήκε τη βα­θύτερη της έκφραση στη φιλοσοφία του Χέγκελ. Αφετηρία, για τον Χέγκελ, ήταν το καθολικό, ο λόγος, σαν κάτι το ξεχω­ριστό από το ιδιαίτερο και το ενικό. Σε σχέση με την εξέταση του ζητήματος της κοινωνίας και του ανθρώπου, αυτό σημαίνει ότι ο Χέγκελ ξεκινούσε από την κατανόηση της κοινωνίας, χω­ρίς να εξετάζει τους ανθρώπους που την αποτελούσαν. Το αν­θρώπινο στον άνθρωπο αποκοβόταν από τον άνθρωπο και πα­ρουσιαζόταν σαν απόλυτο, σαν θεός.

Και οι δυο θεωρίες, σε λανθάνουσα μορφή, προϋπόθεταν σαν βάση τους τη ρήξη ανάμεσα στην κοινωνία και τους ανθρώπους, ανάμεσα στην αλληλεπίδραση και στο ποιος αλληλεπιδρά, και συνεπώς και στις δυο θεωρίες, ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν α­πομονωμένος άνθρωπος, σαν ένα φυσικό ον, που συνδέεται με τους άλλους ανθρώπους μόνο με φυσικούς δεσμούς. Αν ο Χέγκελ εξέταζε την κοινωνία, την κοινωνική εξέλιξη, στην ουσία, σαν κάτι το ξεκομμένο, θεμελιακά διαφορετικό από τους ανθρώπους και μεταμορφωμένο σε κάτι το θεϊκό, ο Φόυερμπαχ, που παρατή­ρησε τον χεγκελιανό μυστικισμό, τη χεγκελιανή αποσύνδεση του καθολικού από το ιδιαίτερο και το ενικό (στην προκειμένη περί­πτωση, την αποσύνδεση της κοινωνίας, της κοινωνικής εξέλιξης απ' τους ανθρώπους), αρνήθηκε, ουσιαστικά, να ερμηνεύσει το καθολικό σαν κάτι διαφορετικό από το άθροισμα του ενικού και έκφρασε άμεσα την άποψη για τον άνθρωπο σαν ένα απομονωμέ­νο άτομο και για την κοινωνία σαν ένα μηχανικό τους άθροισμα.

Και οι δύο αυτές θεωρίες, άμεσα ή έμμεσα, στηρίζονται στη ρήξη της σχέσης του ανθρώπου με την κοινωνία, στη ρήξη α­νάμεσα στο φυσικό και κοινωνικό στον άνθρωπο, σαν αιώνια, αξεπέραστη ρήξη. Αυτές οι "θεωρίες έχουν την κοινωνική τους ρίζα στην ανταγωνιστική κοινωνία," στη ν οποία οι κοινωνικές δυνάμεις πραγματικά εναντιώνονται στους ανθρώπους σαν ανε­ξάρτητες, ανεξέλεγκτες δυνάμεις που δρουν εχθρικά απέναντι τους. Αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις αποκτούν τη μεγαλύτερη α­νάπτυξη ανεξαρτησίας και εχθρότητας απέναντι στους ανθρώ­πους στην καπιταλιστική κοινωνία. Αν μάλιστα οι κοινωνικές δυνάμεις μόνο στον ένα ή στον άλλο βαθμό είναι εχθρικές προς την κυρίαρχη τάξη, την τάξη των καπιταλιστών (απειλή κρί­σης, καταστροφής, κλπ.), σε σχέση με την τάξη των εργατών οι κοινωνικές δυνάμεις εμφανίζονται σαν ριζικά εχθρικές.

Και οι δύο αυτές θεωρίες αναπτύσσονται στα πλαίσια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η ιδιωτική ιδιοκτησία αναγκάζει τον ι­διοκτήτη να θεωρεί τους υπόλοιπους ανθρώπους σαν μέσο, να βλέπει τον εαυτό του σαν κάτι αυθυπόστατο, σαν κέντρο, σαν σκοπό. Όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, αν κρίνουμε από τη σκο­πιά του κατόχου της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είναι άτομα που συνδέονται μ' αυτόν μονάχα εξωτερρικά.

Η συνεπής διαλεκτική αντίληψη για την κοινωνία και τον άνθρωπο, για το φυσικό και το κοινωνικό στον άνθρωπο, μπό­ρεσε να αναπτυχθεί μονάχα από τους θεμελιωτές του μαρξι­σμού, διότι αυτοί ξεκινούσαν απόό τελείως διαφορετική κοινω­νική τοποθέτηση, την τοποθέτηση της εργατικής τάξης, η ο­ποία εξαιτίας της πραγματικής υλικής της κατάστασης, εξαι­τίας της θέσης και του ρόλου της στην παραγωγή και στην κοι­νωνία, προορίζεται να εξαφανίσει την εκμετάλλευση του αν­θρώπου από τον άνθρωπο, τη ρήξη ανάμεσα στην κοινωνία και στον άνθρωπο, την ιδιωτική ιδιοκτησία, να κοινωνικοποιήσει την ιδιοκτησία, να υποτάξει τις κοινωνικές δυνάμεις στους αν­θρώπους. Μόνο απ' αυτή τη θέση έγινε δυνατό να αποσαφηνι­στεί ότι οι εχθρικές προς τον άνθρωπο κοινωνικές δυνάμεις δη­μιουργούνται απ' τους ίδιους τους ανθρώπους σε συγκεκριμέ­νες, αντικειμενικές συνθήκες, ότι η εχθρότητα του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, η αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του σαν απομονωμένο άτομο, εχθρικό ή αδιάφορο, αντιπαρατιθέμε­νο προς τους άλλους ανθρώπους, δεν έχουν αιώνια ισχύ. Ο μαρ­ξισμός δείχνει επιστημονικά και τους τρόπους και τα μέσα της ριζικής αλλαγής αυτής της κοινωνίας.

Παίρνοντας υπόψη τα παραπάνω, θα προσπαθήσουμε να α­παντήσουμε στο ερώτημα, ποιο είναι το αφετηριακό σημείο με­λέτης της κοινωνίας: το άτομο ή η ίδια η κοινωνία;

Από τα παραπάνω απορρέει ότι είναι αδύνατο να ξεκινή­σουμε από το άτομο, ξεκομμένο από την κοινωνία, διότι τότε χάνεται όλο το κοινωνικό στον άνθρωπο και αυτός παρουσιάζε­ται μόνο σαν ζώο, σαν φυσικό ον, που συνδέεται με τα άλλα ό­μοια του όντα μόνο με φυσικούς δεσμούς· η ιδιομορφία του κοινωνικού, η ουσία του ανθρώπου χάνονται από το ορατό μας πεδίο και δεν επιδέχονται εξηγήσεις. Όμως, από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεκινήσουμε από την κοινωνία, έξω από τα άτομα, διότι τότε η κοινωνία, η κοινωνική ανάπτυξη παρου­σιάζεται ως θεϊκή, υπερφυσική, ανεξήγητη δύναμη. Αν ξεκι­νήσουμε ταυτόχρονα και από τον άνθρωπο, απομονωμένο από την κοινωνία, και από την κοινωννία σαν δύναμη έξω και πάνω απ' τον άνθρωπο, τότε η ρήξη μεταξύ τους δεν εξαφανίζεται και η εξήγηση της κοινωνίας παραμένει αδύνατη. Την εξήγηση της κοινωνίας μπορούμε να την αναζητήσουμε μόνο στην κα­τεύθυνση της κατανόησης της σαν αλληλεπίδρασης των αν­θρώπων.

Πιθανό να δημιουργηθεί η εντύπωση - αν θεωρήσουμε σαν αφετηρία την απλή άρνηση των τρόπων προσέγγισης του προβλή­ματος, που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο - ότι πρέ­πει να σταματήσουμε στη θέση πως ο άνθρωπος, σαν άνθρωπος, υπάρχει μόνο στην κοινωνία και ότι εφόσον η κοινωνία είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των ανθρώπων, συνεπώς χω­ρίς τους ανθρώπους που την απαρτίίζουν, αυτή δεν μπορεί να υ­πάρχει. Αυτό σημαίνει πως αν ο άνθρωπος και η κοινωνία υ­πάρχουν μονάχα στα πλαίσιια του αλληλοκαθορισμού τους, τό­τε πρέπει ταυτόχρονα να εξηγήσουμε το πρώτο με το δεύτερο και το δεύτερο με το πρώτο. Όμωςς η απλή άρνηση των προη­γούμενων προσεγγίσεων που αναφέραμε πιο πάνω δεν δίνει τη δυνατότητα να λύσουμε εντελώς σωστά το πρόβλημα του αν­θρώπου και της κοινωνίας.

Δεν πρέπει, απ' τη μια, να αποκόβουμε τους ανθρώπους από τις σχέσεις τους μεταξύ τους και από την αλληλεπίδραση τους, αλλά και από την άλλη, δεν πρέπει να ταυτίζουμε απόλυτα τους ανθρώπους με την αλληλεπίδραση τους. Η διαλεκτική λύ­ση του ζητήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι και η αλληλεπίδραση τους είναι πράγματα, ταυτόχρονα, και ταυ­τόσημα και διαφορετικά.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, δεν είναι αδιάφορο, από πού πρέπει να αρχίσουμε την ανάλυση: από τους ανθρώπους ή από το προϊόν της αλληλεπίδρασης τους.

Σήμερα στη μαρξιστική φιλολογία υπάρχουν δυο χαρα­κτηριστικές απαντήσεις. Οι μεν παραδέχονται ότι ο μαρξισμός δέχεται πάντα σαν αφετηρία το «εμπειρικό άτομο», οι δε υπο­στηρίζουν τη γνώμη ότι αφετηρία στο μαρξισμό μπορεί να 'ναι μόνο η κοινωνία. Εμείς πιστεύουμε ότι ούτε η μία γνώμη ούτε η άλλη μπορούν να γίνουν πλήρως αποδεκτές. Αναλυτικότερα, αυτές οι διαφορετικές θέσεις εκφράζονται η μεν πρώτη, στο εν­διαφέρον βιβλίο του Φ. Τοκάι Σχετικά με τη θεωρία του κοινω­νικού σχηματισμού, η δε δεύτερη, στον τεκμηριωμένο επίλογο του ίδιου βιβλίου, γραμμένο απ' τον Β. Ζ. Κέλε.

Συγκεκριμένα, ο Φ. Τοκάι, διατυπώνει ουσιαστικά την ά­ποψη ότι οι κλασικοί του μαρξισμού - λενινισμού ξεκινούσαν πάντοτε .από το «εμπειρικό άτομο», παραπέμπει δε σε διάφορα αποσπάσματα από τα έργα τους για να αποδείξει την άποψη του. Όμως ο συγγραφέας δεν παίρνει πάντα υπόψη του το πε­ριεχόμενο των συμφραζομένων από τα διάφορα αποσπάσματα που παραθέτει. Ο Φ. Τοκάι δεν αποκαλύπτει τη σημασία που μπορεί να έχει η πρόταση του για να αρχίσει η έρευνα από το «εμπειρικό, συγκεκριμένο άτομο», δεν αναλύει απ' αυτή τη θέ­ση τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. ΓΓ αυτό, στην ουσία, παραμένει ασαφής η διαφορά αυτής της θέσης του από την αν­τίστοιχη του Φόυερμπαχ.

Ο Β. Ζ. Κέλε διατυπώνει αποφασιστικά επιχειρήματα με ωραίο τρόπο, ενάντια σ' αυτή την άποψη. Ο Κ. Μαρξ και ο Φ. Ένγκελς, σαν ιστορικοί υλιστές, ξεκινούσαν πάντοτε από την ιστορική πραγματικότητα και δεν έφτιαχναν απριόρι σχήματα. «Το να ξεκινήσεις από την πραγματικότητα» σύμφωνα με τον Μαρξ, «σημαίνει να ξεκινήσεις από το "σύνολο όλων των κοι­νωνικών σχέσεων", οι οποίες αποτελούν την "ουσία του αν­θρώπου", να ξεχωρίσεις σ' αυτές, τις κύριες, τις καθοριστικές - τις υλικές σχέσεις, να δείξεις την εξάρτηση των τελευταίων από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων κλπ. Γι’ αυτό, έξω από την ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορούμε να πούμε τίποτα το συγκεκριμένο ούτε για τα ίδια τα "εμπειρι­κά άτομα", ούτε για το χαρακτήρα και την κατεύθυνση της δρα­στηριότητας τους: Το "εμπειρικό άτομο" σαν τέτοιο, αποτελεί αφετηριακό σημείο και για τη θετικιστική κοινωνιολογία, η ο­ποία ασχολείται με την περιγραφή της "συμπεριφοράς" αυτού του ατόμου, κινείται όμως στην επιφάνεια των φαινομένων. Γι’ αυτό, η κατεύθυνση της μαρξιστικής ανάλυσης ξεκινά από την κοινωνία και πηγαίνει προς τον άνθρωπο. Και αυτό αποτελεί βασική αρχή, στην οποία αναφέρθηκαν, πολλές φορές και χω­ρίς διφορούμενα, οι ίδιοι οι θεμελιωτές του μαρξισμού - λενινισμού.»[12]

Η ουσία των επιχειρημάτων αυτών αποδίδεται ως εξής: ε­πειδή η ουσία του ανθρώπου είναι «το σύνολο όλων των κοινω­νικών σχέσεων», τα «συγκεκριμένα άτομα» έξω απ' την κοινω­νία δεν έχουν κοινωνική φύση και γι' αυτό δεν μπορούμε τίπο­τε να πούμε γι' αυτά σαν κοινωνικά άτομα, η επιλογή δε της θε­τικιστικής κοινωνιολογίας να χρησιμοποιήσει ως αφετηριακό σημείο διερεύνησης το «εμπειρικό άτομο» οδηγεί σε μια επιφα­νειακή ανάλυση. Γι' αυτόν το λόγο, πρέπει να ξεκινήσουμε από την κοινωνία και όχι από το «συγκεκριμένο άτομο».

Αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε το διαλεκτικο-λογικό υπόβαθρο αυτού του συλλογισμού, θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής: Κατά τη μελέτη της αλληλεπίδρασης κάποιων στοι­χείων, πλευρών, που σχηματίζουν ένα σύστημα, επιβάλλεται να ξεκινήσουμε από την αλληλεπίδραση, από την ουσία, και μετά από δω, να οδηγηθούμε στην εξέταση των στοιχείων, των πλευ­ρών, δηλαδή προς την επιφάνεια' αυτό είναι απαραίτητο διότι η ουσία, η αλληλεπίδραση είναι το κύριο, το καθοριστικό για την κατανόηση των στοιχείων, των πλευρών σαν στοιχεία, σαν πλευρές αυτού ακριβώς του συστήματος, αυτής της αλληλεπί­δρασης. Έτσι λοιπόν, με ασαφή και, ίσως, ασυνείδητο τρόπο, προϋποτίθεται ότι ο μαρξισμός στηη γνώση της κοινωνίας πρέ­πει απαραίτητα να κατευθύνεται από την ουσία προς την επιφάνεια. Σύμφωνα μ' αυτή την άποψψη, αν θεωρήσουμε ως ση­μείο αφετηρίας μας την επιφάνεια, τότε αναπόφευκτα η σκέψη μας θα «ολισθαίνει» πάνω της και θα φανεί η αδυναμία μας να κατανοήσουμε, να εξηγήσουμε την ουσία (δεν είναι άσχετο που εδώ γίνεται λόγος για τη θετικιστική κοινωνιολογία). Η κίνη­ση της γνώσης από την επιφάνεια προς την ουσία, βασικά, μ’ αυτό τον τρόπο εξοβελίζεται από το σύστημα του μαρξισμού.

Στο πρώτο κεφάλαιο σημειώσαμε ήδη, ότι η κίνηση της γνώσης πραγματοποιείται από την επιφάνεια προς την ουσία και από την ουσία προς την επιφάνεια (ακριβέστερα, προς το φαινόμενο και την πραγματικότητα). Αυτές οι αντίθετες κινή­σεις της γνώσης συμβαίνουν πάντα ταυτόχρονα, όμως παράλ­ληλα με αυτό, σε καθορισμένα στάδια της γνώσης, δεσπόζει και προσδιορίζει βασικά το χαρακτήρα του σταδίου της γνώ­σης, αρχικά η κίνηση από την επιφάνεια προς την ουσία, και κατόπιν η κίνηση από την ουσία προς την επιφάνεια.

Οι αντίθετες απόψεις γύρω από το αφετηριακό σημείο της γνώσης της κοινωνίας, όπως εκφράζονται στη σύγχρονη μαρ­ξιστική φιλολογία, προϋποθέτουν με ασαφή τρόπο το δίλημμα: είτε αποκλειστική πορεία της γνώσης από την επιφάνεια προς την ουσία, είτε αποκλειστική πορρεία της γνώσης από την ουσία προς την επιφάνεια.

Οι οπαδοί του δεύτερου μέρους του διλήμματος αυτού α­φήνουν να εννοηθεί, άθελα ή θελημένα, ότι η πορεία της γνώ­σης από την επιφάνεια προς την ουσία είναι αδιάρρηκτα συνδε­δεμένη με την αστική κοσμοθεωρία, και συγκεκριμένα, με την ιδιαιτερότητα του φοϋερμπαχισμού και με την ιδιαιτερότητα της προσέγγισης της αστικής πολιτικής οικονομίας, κύρια του 17ου αιώνα. Βέβαια είναι σωστό ότι η πορεία της γνώσης από την επιφάνεια στην ουσία, ξεκομμέένη από την αντίθετη της πο­ρεία, καταλήγει αναπόφευκτα στο θετικισμό κλπ., και είναι χα­ρακτηριστική για την αστική ιδεολογία. Όμως, και η πορεία της γνώσης από την ουσία στην επιφάνεια, ξεκομμένη από την αντίθετη της πορεία, είναι ιδεαλισμός και μεταφυσική. Στην πιο αναπτυγμένη της μορφή, αυτή η τελευταία μέθοδος προσέγ­γισης εφαρμόστηκε από τον Χέγκελ.

Μια από τις ιδιομορφίες του μαρξισμού αποτελεί και το γεγονός ότι ο Κ. Μαρξ και ο Φ. Ένγκελς δεν αρνήθηκαν απλά τις απόψεις του Χέγκελ και του Φόυερμπαχ, ότι δεν ένωσαν α­πλά και μηχανικά το φοϋερμπαχισμό με το χεγκελιανισμό, αλ­λά επεξεργάστηκαν τις απόψεις του Φόυερμπαχ και του Χέγκελ, αποκαλύπτοντας τις ορθολογικές πτυχές τους.

Στο Κεφάλαιο, αυτή η προσέγγιση υλοποιήθηκε συγκε­κριμένα στο πρόβλημα σχετικά με την έρευνα της ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Η λογική που ισχύει κατά την απεικόνιση της καπιταλι­στικής οικονομίας στο Κεφάλαιο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις καθολικές της πλευρές και για την απεικόνιση της κοινω­νίας.

Πράγματι, αν συγκρίνουμε τον ορισμό της κοινωνίας, που δόθηκε από τον Κ. Μαρξ στο γράμμα του προς τον Π. Β. Ανένκοβ (το σχετικό απόσπασμα παρατέθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου), με τον ορισμό του καπιταλιστικού πλούτου στο Κεφάλαιο, θα δούμε ότι ανάμεσα τους δεν υπάρχει μόνο μια κα­θαρή εξωτερική λογική ομοιότητα.

«Ο πλούτος των κοινωνιών, όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, εμφανίζεται σαν ένας "τεράστιος σωρός από εμπορεύματα" [στο γερμανικό κείμενο "Warensammlung", δηλαδή, σε ακριβή μετάφραση, "συγκέντρωση εμπο­ρευμάτων" — Β. Β.], και το ξεχωριστό εμπόρευμα σαν η στοιχειώδικη μοορφή του. Γι' αυτό, η ερευνά μας αρχίζει από την ανάλυση του εμπορεύματος.»[13] Η συσσώρευση, η συγκέντρωση εμπορευμάτων αποτελεί την αλληλεπίδραση των εμπορευμά­των, όπως αυτή παρουσιάζεται στην επιφάνεια, σε μια πρώτη άποψη. Στη συνέχεια ο Κ. Μαρξ δείχνει ότι το εμπόρευμα, αυτή η θεμελιακή μορφή του καπιταλιστικού πλούτου, δεν υπάρχει ξεκομμένα από τα άλλα εμπορεύματα, σαν εμπόρευμα, αλλά παίρνει το χαρακτήρα εμπορεύματος μόνο εξαιτίας της αλληλεπίδρασης του με άλλα εμπορεύματα, και ότι οι εμπορευ­ματικές σχέσεις, αφού γίνουν δεσπόζουσες και καθολικές στην κοινωνία, είναι καπιταλιστικές σχέσεις.

Μ' αυτό τον τρόπο, η στοιχειώδης μορφή του καπιταλιστι­κού πλούτου είναι το ξεχωριστό εμπόρευμα στην κοινωνία σαν τέτοια, ανεξάρτητα από τη μορφή της, στοιχείο της οποίας είναι ο άνθρωπος· ο καπιταλιστικός πλούτος διαμορφώνει την αλλη­λεπίδραση των εμπορευμάτων (που παρουσιάζεται στην επιφά­νεια μόνο σαν απλή συσσώρευση, συγκέντρωση εμπορευμά­των), ενώ η ανθρώπινη κοινωνία αποτελεί αλληλεπίδραση αν­θρώπων.

Και εδώ και εκεί έχουμε αλληλεπίδραση στοιχείων στην πρώτη περίπτωση εμπορευμάτων, στη δεύτερη ανθρώπων.

Απ' εδώ έπεται ότι η λογική του Κεφαλαίου, εφόσον απο­τελεί λογική απεικόνισης της αλληλεπίδρασης στοιχείων, πλευρών, μπορεί να χρησιμεύσει πλήρως και για την εξέταση της κοινωνίας σαν τέτοιας.

Ο Μαρξ κατά την απεικόνιση του καπιταλιστικού πλούτου αντιμετώπισε το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπιζε κατά την α­πεικόνιση της κοινωνίας. Από πού να αρχίσει; Από το εμπόρευ­μα ή από το κεφάλαιο; Το εμπόρευμα σαν στοιχείο του καπιτα­λιστικού πλούτου είναι πάντα καπιταλιστικό εμπόρευμα: απο­μονωμένο από το κεφάλαιο, το εμπόρευμα δεν είναι πια εμπό­ρευμα της καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν είναι στοιχείο του καπιταλιστικού πλούτου. Όμως, παρράλληλα μ' αυτό, το κεφά­λαιο αποτελεί συγκέντρωση εμπορευμάτων. Καταλήξαμε σε κύκλο: δεν υπάρχει κεφάλαιο χωρίίς εμπορεύματα, αλλά δεν υ­πάρχουν εμπορεύματα σαν στοιχεία του καπιταλιστικού πλού­του χωρίς κεφάλαιο· το κεφάλαιο κκαι το εμπόρευμα στην καπι­ταλιστική κοινωνία αλληλοκαθορίζονται. Για να γίνει κατα­νοητό τι είναι το καπιταλιστικό εμπόρευμα, πρέπει πάνω απ’ όλα να γίνει κατανοητό τι είναι το κεφάλαιο, για να κατανοηθεί όμως τι σημαίνει κεφάλαιο, πρέπει πάνω απ' όλα να κατανοηθεί τι σημαίνει καπιταλιστικό εμπόρευμα.

Ανάλογη κατάσταση αντιμετωπίζουμε και κατά την εξέτα­ση της κοινωνίας αυτής καθαυτής. Για να κατανοηθεί ο άνθρω­πος ακριβώς σαν άνθρωπος, και όχι σαν ζώο, είναι απαραίτητο να κατανοηθεί η κοινωνία, οι κοινωνικές σχέσεις. Για να γίνει όμως κατανοητή η κοινωνία, οι κοινωνικές σχέσεις, πρέπει να κατανοηθούν οι άνθρωποι, προϊόν της αλληλεπίδρασης των ο­ποίων είναι η κοινωνία.

Αυτή η δυσκολία προκύπτει πάντα, όταν πρόκειται να α­πεικονισθεί η αλληλεπίδραση πλευρών, στοιχείων. Διότι το στοιχείο, εφόσον είναι στοιχείο αυτής ακριβώς της αλληλεπί­δρασης, καθορίζεται στην ιδιομορφία του απ' αυτή την αλλη­λεπίδραση. Αυτό σημαίνει ότι επιβάλλεται να κατανοηθεί αρ­χικά αυτή η αλληλεπίδραση. Απ' την άλλη όμως πλευρά η αλ­ληλεπίδραση είναι, με τη σειρά της, αλληλεπίδραση στοι­χείων, και είναι αδύνατο να κατανοηθεί η αλληλεπίδραση, χω­ρίς προηγούμενα να κατανοηθεί τιι αλληλεπιδρά.

Δημιουργείται μια αντιφατική κατάσταση: απαραίτητος όρος κατανόησης του πρώτου είναι η προηγούμενη κατανόηση του δεύτερου, και η κατανόηση του δεύτερου είναι δυνατή μόνο στα πλαίσια της προκαταρκτικής κατανόησης του πρώτου.

Όμως κάθε καθορισμένη αλληλεπίδραση έχει σε δοσμένο χρόνο κάποια σταθερότητα και γι' αυτό μπορεί να εξεταστεί από τη σκοπιά της λειτουργικότητας της. Παράλληλα μ' αυτό, κάθε αλληλεπίδραση αποτελεί ιστορικό προτσές, διότι αλλάζει στο χρόνο.

Είναι σκόπιμο να εξεταστεί αρχικά, πώς απεικονίζεται η αλληλεπίδραση των στοιχείων (στοιχεία μπορεί να είναι και τα εμπορεύματα, και οι άνθρωποι, κλππ.) σαν λειτουργική αλληλε­πίδραση, δηλαδή από λογική κύρια σκοπιά, και μετά να στρα­φούμε στην εξέταση της αλληλεπίδρασης σαν ιστορικό προ­τσές. Μπορούμε να τεκμηριώσουμε με πλήρη τρόπο τη δυνα­τότητα απεικόνισης της αλληλεπίδρασης, αναπαράγοντας θεω­ρητικά την αλληλεπίδραση σε μια ενιαία ενότητα με τη λει­τουργικότητα και την ιστορική της εξέλιξη.

Ποια είναι, στην πιο γενική της μορφή, η πορεία της σκέ­ψης του Κ. Μαρξ, κατά την εξέταση της αλληλεπίδρασης σαν λειτουργικής αλληλεπίδρασης; Ο Κ. Μαρξ, στο Κεφάλαιο, αρ­χίζει την εξέταση του κεφαλαίου από το εμπόρευμα και όχι από το κεφάλαιο. Η σκέψη του Μαρξ κατευθύνεται αρχικά από το εμπόρευμα προς το κεφάλαιο, από τα στοιχεία προς την αλλη­λεπίδραση τους.

Αν όμως υποστηρίζαμε ότι κατά την ανάλυση της κοινωνίας ο μαρξισμός κατευθύνεται από την κοινωνία προς τον άν­θρωπο, το άτομο, και όχι αντίστροφα, θα 'πρεπε σ' αυτή την περίπτωση, να περιμένουμε ότι ο Μαρξ θα όφειλε να αρχίσει την εξέταση του καπιταλιστικού πλούτου στο Κεφάλαιο από το κε­φάλαιο και απ' αυτό να προχωρήσει προς το εμπόρευμα, διότι σαφώς, για την εξήγηση του εμπορεύματος σαν στοιχείου του καπιταλιστικού πλούτου, το κύριο είναι η εξήγηση του κεφα­λαίου.

Στη συνέχεια του Κεφαλαίου αποδεικνύεται πληρέστερα και εκτενέστερα ότι το εμπόρευμα αποτελεί το σωστό αφετη­ριακό σημείο εξέτασης του κεφαλαίου, τόσο από λογική, όσο και από ιστορική άποψη.

Ο Μαρξ αρχίζει το χαρακτηρισμό του κεφαλαίου από το εμπόρευμα και στη συνέχεια εξετάζει το κεφάλαιο, ή σωστότε­ρα, τη θεωρητική απεικόνιση της παραγωγής υπεραξίας. Αυτή είναι η βασική κατεύθυνση της σκέψης του Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου δη­μιουργείται η εντύπωση ότι η σκέψη του Μαρξ ξαναγυρίζει από το κεφάλαιο στο εμπόρευμα, όμως αν την πρώτη φορά η σκέψη του διέκρινε στο εμπόρευμα πώς αυτό είναι καπιταλι­στικό εμπόρευμα, τη δεύτερη φορά η σκέψη του δίνει έμφαση στο ότι αυτό είναι καπιταλιστικό εμπόρευμα, δηλαδή στο ότι στο εμπόρευμα εκφράζεται το κεφάλαιο. Στον τρίτο τόμο, ο Μαρξ διερευνά τις μορφές ενότητας της ουσίας του κεφαλαίου (της παραγωγής υπεραξίας) και της εκδήλωσης του κεφαλαίου (της κυκλοφορίας του κεφαλαίου).

θα προσπαθήσουμε να δύσουμε έναν γενικό χαρακτηρι­σμό της λογικής αναπαράστασης τηςς κοινωνίας αυτής καθαυ­τής.

Σημείο αφετηρίας της λογικής αναπαράστασης πρέπει να είναι ο άμεσα δοσμένος άνθρωπος. Η σύνδεση του ανθρώπου και της κοινωνίας αρχικά παρουσιάζεται στον μεμονωμένο άν­θρωπο αποκλειστικά σαν άμεσα δοσμένη.

Πώς όμως είναι δοσμένος ο άνθρωπος αν εξετάζεται άμε­σα;

Πρώτ’ απ’ όλα, ο άνθρωπος εμφανίζεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός που είναι αναγκασμένος να συντηρεί την ύπαρξη του, γεγονός που του επιβάλλει να ικανοποιεί διάφορες βιοτικές ανάγκες τροφής, ένδυσης, κατοικίας, αναπαραγωγής του είδους του.

Φυσικά, όλες αυτές οι ανάγκες σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζονται με τις ανάγκες των ζώων, αντίθετα χαρακτηρίζονται κιόλας από την ανθρώπινη ιδιαιτερότητα. Επειδή όμως προς το παρόν, εξετάζουμε τον άνθρωπο μόνο άμεσα και δεν ε- ξηγούμε με ποιο τρόπο εμφανίζεται, αναπτύσσεται, «παράγεται» το ιδιόμορφα ανθρώπινο στοιχείο στον άνθρωπο, γι’ αυτό, είναι αδύνατο να διακριθεί εκείνο που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο αυτόν καθαυτόν από ένα απλό ζώο, είναι αδύνατο, προς το παρόν, αυτά να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής εξέτασης.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν στη Γερμανική ιδεολογία σχετικά μ' αυτό ότι «Οι άνθρωποι μπορούν να διακρίνονται από τα ζώα χάρη στη συνείδηση, τη θρησκεία και ό,τι άλλο σας αρέσει. Αρχίζουν οι ίδιοι να διακρίνουν τον εαυτό τους από τι ζώα ευθύς μόλις αρχίσουν να παράγουν τα μέσα της συντήρησης τους, βήμα που έχει σαν όρο τη σωματική τους οργάνωση Παράγοντας τα μέσα της ύπαρξης τους οι άνθρωποι παράγουν έμμεσα την πραγματική τους υλική ζωή.»[14]

Η μετατόπιση του κέντρου βάρους στην ανάλυση του προ-βλήματος της εργασίας, της παραγωγής των μέσων συντήρη­σης του ανθρώπου, υπογραμμίζει τον εστιασμο της ερευνάς μας γύρω από το πρόβλημα της ουσίας της κοινωνίας.

Η παραγωγική σχέση του ανθρώπου προς τη φύση περιέ­χει την ανάγκη του ανθρώπου, η οποία συνειδητοποιείται σαν σκοπός, το αντικείμενο της σκόπιμης επενέργειας, το μέσο επε­νέργειας και την ίδια τη σκόπιμη επενέργεια. Η παραγωγική σκόπιμη επενέργεια του ανθρώπου πάνω στη φύση αποτελεί την εργασία.

Στην απλούσστερη περίπτωση, εργασία και παραγωγή είναι ταυτόσημες έννοιες (αν και όπως δείχνει ο Μαρξ στο Κεφά­λαιο, η ταυτότητα αυτή είναι ταυτόχρονα και διαφορά). Η έννοια της εργασίας σαν ιδιόμορφα ανθρώπινη εργασία, στη γενική της μορφή, βρήκε τον κλασικό της ορισμό στο Κεφάλαιο.

Επειδή η εργασία, η παραγωγή αναπτύσσεται με σκοπό την ικανοποίηση των φυσικών αναγκών των ανθρώπων, γι' αυ­τόν το λόγο, η ανάπτυξη της εργασίας (και της παραγωγής) α­ποτελεί μια εξωτερική αναγκαιότητα.

Η αναγκαιότητα ανάπτυξης της εργασίας (και της παραγω­γής), η οποία αποτελεί μια εσωτερική αναγκαιότητα, γεννιέται από την ίδια την εργασία (και την παραγωγή). Από την άποψη της εσωτερικής αναγκαιότητας, η ανάπτυξη της εργασίας (και της παραγωγής) αποτελεί αυτοκίνηση.

Ποια είναι όμως η εσωτερική πηγή ανάπτυξης της εργα­σίας; Η εσωτερική πηγή ανάπτυξης της εργασίας πρέπει να βρίσκεται στην ιδιαίτερη φύση και στην αλληλεπίδραση των αναγκαίων συστατικών της εργασίας γενικά.

Η εργασία σαν αυτοανάπτυξη, σαν αυτοσκοπός, πραγμα­τοποιείται για την ικανοποίηση αναγκών, αυτές όμως οι ανά­γκες είναι «εσωτερικές» ως προς την εργασία, αποτελούν ανά­γκες για την ίδια την εργασία. Οι εσωτερικές ανάγκες της δια­δικασίας της εργασίας είναι ανάγκες οι οποίες γεννιούνται από την ίδια τη διαδικασία της εργασίας, η τελειοποίηση δε της διαδικασίας της εργασίας προϋποθθέτει τη δημιουργία. Έτσι, η εσωτερική ανάγκη ανάπτυξης της εργασίας, δηλαδή, η ανάγκη για εργασία είναι πολυεδρική: είναι ταυτόχρονα ανάγκη για την απόκτηση γνώσεων, ανάγκη για δημιουργία, για τελειο­ποίηση της διαδικασίας της εργασίίας κ.ά.

Η εξέταση του προβλήματος της διαδικασίας της εργασίας μας επαναφέρει στο πρόβλημα του ανθρώπου. Τώρα όμως το ά­τομο εξετάζεται διαφορετικά, μέσα από το πρίσμα της διαδικα­σίας της εργασίας σαν αυτοανάπτυξης, δηλαδή μέσα από το πρίσμα της ουσίας. Στην προκειμένη λοιπόν περίπτωση, δεν προσδιορίζουμε απλά και μόνο το άτομο, αλλά τις ιδιότητες του ατόμου σαν προσωπικότητας. Προσωπικότητα είναι το άτομο στο οποίο υπάρχει συσσωρευμένη κοινωνική ουσία, ή είναι το άτομο σαν έκφραση της ουσίας του κοινωνικού[15].

Μέχρι στιγμής αναφερθήκαμε στην παραγωγική σχέση αυτή καθεαυτή, του μεμονωμένου ανθρώπου με τη φύση. Όμως ο άνθρωπος δεν εργάζεται, δεν παράγει ξεκομμένα απ' τους άλ­λους ανθρώπους, αλλά στη βάση της αλληλεπίδρασης με τους υπόλοιπους ανθρώπους, μέσα στην κοινωνία. Ο κοινωνικός χα­ρακτήρας της εργασίας είναι προϊόν, τόσο εξωτερικής αναγ­καιότητας, εξωτερικών παραγόντων σε σχέση με την εργασία, όσο και εσωτερικής αναγκαιότητας, εσωτερικών συναφειών και σχέσεων στη διαδικασία της εργασίας.

Όσο αναπτύσσεται η ίδια η εργασία, οι εσωτερικοί σε σχέση με την εργασιακή διαδικασίία παράγοντες, που καθορί­ζουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, αποκτούν όλο και μεγαλύτερο ρόλο. Στην αναπτυγγμένη εργασία, οι εξωτερι­κοί παράγοντες δεν εξαλείφονται εντελώς, αλλά διατηρούνται σαν δευτερεύοντες.

Ποιοι είναι όμως οι εσωτερικοί παράγοντες της διαδικα­σίας της εργασίας, οι οποίοι καθορίζουν τον κοινωνικό χαρα­κτήρα της; Είναι οι διάφορες πλευρές της εργασιακής διαδικα­σίας γενικά, που αποτέλεσαν ιδιαίτερη δραστηριότητα διάφο­ρων ανθρώπων. Έτσι, για παράδειγμα, η εκπόνηση των στόχων της εργασίας, η εκτέλεση τους, ο έλεγχος για την εφαρμογή τους είναι έργο διαφορετικών ανθρώπων. Αντίστοιχα, η λει­τουργία της εκπόνησης των στόχων, μπορεί να καταμεριστεί σ' ένα δίκτυο αλληλοσυνδεόμενων διαδικασιών (εργασία επιστή­μονα, κατασκευαστή, μηχανικού κ.ά.), καθώς και η λειτουργία της εκτέλεσης. Σ' αυτή την περίπτωση, διαφορετικοί άνθρω­ποι, ή διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, υλοποιούν διαφορετικές λειτουργίες της ενιαίας εργασιακής διαδικασίας και παρου­σιάζονται σαν φορείς διαφορετικών πλευρών της. Η ίδια η δια­δικασία της εργασίας, η εσωτερική σχέση των πλευρών της, καθορίζει την παραγωγική σχέση μιας ομάδας ανθρώπων (ή ο­λόκληρης της κοινωνίας, όταν η οικονομία μιας ολόκληρης κοινωνίας γίνεται ένα εσωτερικά ενιαίο όλο) προς τη φύση. Οι άνθρωποι, επειδή ακριβώς εκτελούν διαφορετικές λειτουργίες της ενιαίας εργασιακής διαδικασίας, έρχονται σ' επικοινωνία μεταξύ τους, στα πλαίσια των τεχνικών σχέσεων.

Ο άνθρωπος έρχεται σε παραγωγική σχέση με τη φύση, σε τελευταία ανάλυση και κατά κύριο λόγο, επειδή πρέπει να ικα­νοποιήσει τις ανάγκες του, οι οποίες καθορίζονται από τη σω­ματική του οργάνωση.

Οι αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων, αν τις δούμε από την άποψη της ικανοποίησης των φυσικών τους αναγκών, είναι ά­μεσα σχέσεις κατανομής των προϊόντων της εργασίας ανάμεσα τους και της παραγωγής.

Η κατανομή δε των προϊόντων της εργασίας και της παρα­γωγής εξαρτάται από την ίδια κατανομή στην εργασιακή διαδι­κασία. Οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους κατά τη διαδικα­σία της κατανομής των προϊόντων της εργασίας και της παρα­γωγής, καθώς και οι σχέσεις τους στην ίδια την παραγωγή, οι οποίες καταλήγουν στην κατανομή των προϊόντων, αποτελούν τις παραγωγικές σχέσεις.

Η τεχνική και οι τεχνικές σχέσεις έχουν το χαρακτήρα του μέσου στη διαδικασία του μετασχηματισμού της φύσης απ’ τους ανθρώπους. Συνεπώς, και οι άνθρωποι σαν φορείς των τε­χνικών σχέσεων εμφανίζονται σαν μέσα και ποτέ σαν σκοποί της παραγωγής. Η ανάλυση δε των παραγωγικών σχέσεων α­ποτελεί εξέταση των αντικειμενικών σχέσεων των ανθρώπων στην παραγωγή, από την άποψη των δυνατοτήτων ικανοποίη­σης των υλικών αναγκών των ανθρώπων, δηλαδή, από την άπο­ψη των σκοπών μετασχηματισμού της φύσης.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, στη μέχρι τώρα μελέτη μας, ξεκινή­σαμε από το στοιχείο της σωματικής οργάνωσης των ατόμων και από τις φυσικές ανάγκες που καθορίζονται απ' αυτή, ύστε­ρα περάσαμε στην παραγωγή, σαν μέσο ικανοποίησης των φυ­σικών αναγκών και, τελικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι επι­στρέψαμε στο αρχικό σημείο. Στην προκειμένη όμως περίπτω­ση, δεν πρόκειται πλέον για φυσικές ανάγκες των ανθρώπων με την ιδιότητα κάποιων ιδιόμορφων οργανισμών, αλλά για τις α­μοιβαίες σχέσεις ατόμων στη βάση της ικανοποίησης των φυσικών τους αναγκών, στο βαθμό που οι σχέσεις αυτές καθορί­ζονται από την παραγωγή σαν μέσο ικανοποίησης αυτών των αναγκών. Μόνο σ' αυτό το στάδιο κίνησης της σκέψης επιβάλ­λεται καθαρά να διαχωρίσουμε την κατηγορία «παραγωγικές σχέσεις», καθώς και την κατηγορία «παραγωγικές δυνάμεις».

Η κατηγορία «παραγωγικές δυνάμεις» δεν αντανακλά μόνο την παραγωγική σχέση προς τη φύση σαν μέσο (και συνεπώς, όχι μονάχα σαν τεχνικές σχέσεις), ούτε μόνο αντανακλά την παραγωγική σχέση προς τη φύση αυττή καθαυτή.

Η κατηγορία των παραγωγικών δυνάμεων δεν αντανακλά -και αυτό είναι πολύ σημαντικό - την παραγωγική σχέση προς τη φύση ξεκομμένα από τις κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις, αλλά σε εσωτερική αμοιβαία σχέση μ' αυτές.

Απ' όσα αναφέραμε μέχρι τώρα συνάγεται ότι είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε την κατηγορία των παραγωγικών σχέσεων, μονάχα στην περίπτωση που η γνώση μας κινείται προς την εσωτερική σχέση της παραγωγής και των αναγκών, της παραγωγής και της κατανάλωσηης, της παραγωγής, κατανο­μής και ανταλλαγής. Αν όμως εξετάσουμε την εξωτερική μόνο σχέση ανάμεσα στην παραγωγή και τις ανάγκες, την κατανά­λωση - δηλαδή &##945;ν εξετάσουμε την παραγωγή ως μέσο που υπη­ρετεί την κατανάλωση, την ικανοποίηση των ανθρώπινων α­ναγκών - τότε, σ' αυτή την περίπτωση, είναι αδύνατο να προ­σεγγίσουμε την κατηγορία των παρααγωγικών σχέσεων από την άποψη της ουσίας τους διότι σ' αυτές είναι που πραγματοποιεί­ται η ένωση και των δύο. Αν η κατανομή αποκοπεί από την πα­ραγωγή, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή η πραγματική σχέση ε­ξάρτησης των παραγωγικών σχέσεων από την παραγωγή, παρά το γεγονός ότι κατά την κατανομή των προϊόντων της παραγω­γής, οι παραγωγικές σχέσεις εμφανίζονται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, οι παραγωγικές σχέσεις στην ίδια τη διαδικασία της παραγωγής χάνονται από το οπτικό μας πεδίο και η κατανομή των προϊόντων παρουσιάζεται μπροστά μας σαν ένα αυθαίρετο φαινόμενο.

Κατά την εξέταση των παραγωγικών δυνάμεων και των πα­ραγωγικών σχέσεων, δημιουργείται η εντύπωση ότι επανερχό­μαστε και πάλι στο αρχικό σημείο της ανάλυσης μας, στο άτομο. Όμως τώρα, το άτομο εμφανίζεται σαν προσωπικότητα, οι δε σχέσεις ανάμεσα στα άτομα είναι σχέσεις ανάμεσα σε προ­σωπικότητες.

Γενικεύοντας τα βασικά σημεία της ανάλυσης μας, διαπι­στώνουμε και πάλι ότι το αφετηριακό μας αντικείμενο μελέτης είναι ο άνθρωπος, όπως παρουσιάζεται άμεσα, δηλαδή σαν ένας φυσικός οργανισμός, ο οποίος είναι αναγκασμένος να διατηρεί τη φυσική του ύπαρξη, να ικανοποιεί τις φυσικές του ανάγκες, να διαιωνίζει το είδος του. Η μεταφορά του κέντρου βάρους της ερευνητικής μας προσπάθειας στο χαρακτηρισμό της εργα­σίας, της παραγωγής των απαραίτητων για τη ζωή μέσων, σε μεθοδολογικό επίπεδο, σημαίνει ανάλυση της ουσίας, της εσω­τερικής αλληλεπίδρασης των ανθρώπων. Επιστρέφοντας ύστε­ρα στην εξέταση των ατόμων, διαπιστώνουμε ότι η μεθοδολογι­κή μας ανάλυση έφερε στο φως ποικίλους εσωτερικούς, ουσιακούς αλληλοσυσχετισμούς αυτών των ατόμων, τα οποία πλέον μπορούν να εξετάζονται σαν προσωπικότητες, οι δε σχέσεις τους σαν σχέσεις ανάμεσα σε προσωπικότητες.

Όλες οι υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις, για παράδειγμα, οι ηθικές, οι αισθητικές, κ.ά., αποτελούν διάφορες μορφές των σχέσεων που χαρακτηρίζουν τους αννθρώπους σαν προσωπικό­τητες, αποκτούν το χαρακτήρα σχέσεων προσωπικοτήτων.

Περιοριζόμαστε σ' αυτές τις σύντομες παρατηρήσεις σχε­τικά με την αντανάκλαση της αλληλοσύνδεσης των πλευρών της κοινωνίας σαν λειτουργικού «οργανικού» όλου, διότι το πρόβλημα μας δεν είναι η συστηματική εξέταση της κοινωνίας σαν οργανικό όλο, αλλά να δείξουμε τη δυνατότητα και την α­ναγκαιότητα μιας τέτοιας εξέτασης.

 

[9] Κ. Μαρξ, Γράμμα στον Ανένκοβ (στο Παρίσι), 28 Δεκέμβρη 1846, Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Έργα, τόμ. 27, σελ. 402.

[10] Στο ίδιο, σελ. 401-402.

[11] Κ. Μαρξ, «θέσεις για τον Φόυερμπαχ», Η γερμανική ιδεο­λογία, εκδ. «Gutenberg», τόμ. 1, σελ. 47.

[12] Β. Ζ. Κέλε, Επίλογος στο βιβλίο του Φ. Τοκάι Σχετικά με τη θεωρία του κοινωνικού σχηματισμοού, Μόσχα, 1975, σελ. 264-265.

[13] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Το Κεφάλαιο, τόμ.Ι,σελ. 49, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[14] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Η γερμανική ιδεολογία, εκδ. «Guten-berg»,  τόμ. 1, σελ. 61.

[15] Κατά τη γνώμη μας, αυτό ακριβώς το σημείο θα ’πρεπε να απο­τελεί τη βάση διάκρισης ανάμεσα στην προσωπικότητα και το άτομο. Ο άνθρωπος ουσιαστικά δεν μπορεί να θεωρηθεί προσωπικότητα όσο εξακολουθεί ακόμα να θέτει σαν κύριο σκοπό του, αποκλειστικά και μόνο, τη διατήρηση της φυσικής του ύπαρξης και τη διαιώνιση του εί­δους του.

1